Translate

r

2 Νοε 2018

Συνοικία, το όνειρο Αναφιώτικα

Κρατούσε ένα μπουκετάκι φρέζες στο ένα του χέρι και στο άλλο μια πιατελίτσα με βλίτα ο κύριος Βαμβακούσης, όταν τον συναντήσαμε στην είσοδο των Αναφιώτικων, ψηλά πάνω, από την πλευρά της Διονυσίου Αρεοπαγίτου. «Ανάργυρος όταν δεν έχω χρήματα και Αργύρης όταν έχω» μας συστήθηκε, προσθέτοντας ότι πήγαινε λουλούδια και φαγητό σε μια γειτόνισσα που περίμενε επίσκεψη τα παιδιά της.
«Αναφιώτης;», ρωτήσαμε. «Οχι, Σαντορινιός είμαι» απάντησε, και βλέποντάς μας να κοιτάμε τις γλάστρες που στόλιζαν το χώρο δίπλα από το σπιτούδι του, πρόσθεσε: «Ερχονταν οι σύριγγες εδώ, αλλά φρόντισα να φύγουν. Με καλό τρόπο».
Ηταν αυτή η πρώτη συνάντηση σ' ένα χώρο που διακονούμε τα τελευταία σαράντα χρόνια και που βρεθήκαμε εκεί πρώτη φορά για ρεπορτάζ. Στα Αναφιώτικα που τα βρίσκουμε στον κατάλογο των νεοτέρων μνημείων του υπουργείου Πολιτισμού και που από το 1972 με τις υποχρεωτικές απαλλοτριώσεις τα 47 σπίτια που τα αποτελούν τυπικά ανήκουν στο Δημόσιο. Και όμως, περισσότερα από είκοσι από αυτά κατοικούνται, κληρονομικώ δικαίω ή, αν θέλετε, με την ανοχή και όχι με τη συνδρομή της πολιτείας.
Το 1960 έρχεται να συναντήσει στο ίδιο ακριβώς σημείο το σήμερα. Τα τότε παιδιά είναι σημερινοί μεσήλικοι.
Το 1960 έρχεται να συναντήσει στο ίδιο ακριβώς σημείο το σήμερα. Τα τότε παιδιά είναι σημερινοί μεσήλικοι. Να συντηρήσουμε τον οικισμό
Η ιστορία τους είναι παλιά. Χτισμένα το 1847-1863 στους βορειοανατολικούς πρόποδες της Ακρόπολης, ήταν μια «αυθαίρετη» συνοικία που χτίστηκε κυρίως από Αναφιώτες, αλλά και από άλλους Κυκλαδίτες μάστορες που είχαν μεταναστεύσει στην Αθήνα και εργάζονταν στην οικοδόμηση των ανακτόρων αλλά και της πρωτεύουσας γενικότερα. Ως πρώτοι οικιστές αναφέρονται ο ξυλουργός Γ. Δαμίγος και ο κτίστης Μ. Σιγάλας από την Ανάφη, ενώ το παράδειγμά τους ακολούθησαν αργότερα και άλλοι συμπατριώτες τους, οικοδομώντας με τη σειρά τους τα σπίτια τους εκεί, λαθραία μεν, αλλά με την ανοχή προφανώς των αρχών. Παράλληλα, οι δύο ημιερειπωμένες παλιές εκκλησούλες της περιοχής, ο Αγιος Γεώργιος του Βράχου και ο Αγιος Συμεών, αναστηλώθηκαν, διασκευάστηκαν και απέκτησαν νεόκτιστα καμπαναριά.
Τα μικρά σπιτάκια της περιοχής αποτελούν, κατά τον Κ. Μπίρη, αρχιτεκτονικό δείγμα «απλού δομικού αισθήματος και ευφυούς εξοικονομήσεως αναγκών». Με τις επίπεδες στέγες τους, ενωμένα το ένα με το άλλο «ως κοπάδιον λευκών αμνάδων» (Α. Μωραϊτίδης), σε συνδυασμό με τη ρυμοτομία των στενών ανηφορικών σοκακιών και τα λαξευμένα σκαλιά, συνθέτουν μιαν απροσδόκητη «νησιώτικη» εικόνα στην άκρη της νεοκλασικής Πλάκας. Η οίκηση παρέμεινε σχεδόν αμιγής μέχρι το 1922, ενώ στη συνέχεια προστέθηκαν Μικρασιάτες πρόσφυγες που έζησαν για ένα διάστημα σε παράγκες στο παρκάκι που βρίσκεται ακριβώς κάτω από τη γειτονιά, για να μετακινηθούν στη συνέχεια στα προσφυγικά του Νέου Κόσμου και του Φιλοπάππου. Είναι αξιοσημείωτο ότι τα στενά δρομάκια της περιοχής, που οριοθετείται μεταξύ της οδού Στράτωνος και του βράχου της Ακρόπολης, εξακολουθούν να παραμένουν ανώνυμα και τα σπίτια αριθμούνται ως Αναφιώτικα 1, 2, κ.λπ.
«Προσπαθούμε να συντηρήσουμε τον οικισμό με νύχια και με δόντια» λέει η Αλεξάνδρα Κατσουράνη, φιλύποπτη στην αρχή για την παρουσία μας, ξεναγός και «προξενήτρα» μας, στη συνέχεια, με τους άλλους κατοίκους.
«Ουσιαστικά κάνουμε μόνοι μας τις όποιες επισκευές χρειάζονται τα σπίτια, όπως γινόταν από την εποχή που άρχισαν να χτίζονται. Μετά τις αναγκαστικές απολλοτριώσεις η διαδικασία της αγοραπωλησίας τελείωσε. Κάποιοι από τους παλιούς κατοίκους πήραν τα χρήματα, άλλοι όχι. Πρόκειται για ιδιαίτερο καθεστώς. Αυτό που ζητάμε από το κράτος είναι να βρεθεί μια λύση κι όχι να μας αντιμετωπίζει ως παρίες και καταληψίες. Σαράντα χρόνια μετά τις αναγκαστικές απαλλοτριώσεις είμαστε ακόμα εδώ, κάνοντας τους κλαδευτές, τους σκουπιδιάρηδες, τους ασπριτζήδες», λέει η Αλεξάνδρα.
Τα σπίτια που εγκαταλείφθηκαν από τους κατοίκους τους μετά το 1972 έμειναν έρημα και έπεσαν. Είναι πια εστίες μόλυνσης, παρά τις συνεχείς προσπάθειες των κατοίκων.
«Η υγρασία από το βράχο μπορεί να ρίξει εύκολα ένα σπίτι, αν δεν θερμαίνεται και δεν αερίζεται. Ειλικρινά φτύνουμε αίμα για να συντηρήσουμε τα Αναφιώτικα. Είναι ιδιαίτερος οικισμός. Φροντίσαμε να μην προδώσουμε την αρχιτεκτονική του. Ομως θα θέλαμε να έρθουν εδώ αρχιτέκτονες που να έχουν ιδέα από παραδοσιακούς οικισμούς και να μας καθοδηγήσουν. Αν πάλι το κράτος θέλει να ξεπουλήσει τ' Αναφιώτικα, θα μας βρει μπροστά του», τονίζει η Αλεξάνδρα.
Πάμε στο σπίτι της Ελένης Ξινού και του Θανάση Γιαννακάκη. Καμαρούλα μια σταλιά δύο επί δύο, κυριολεκτικά, το καθιστικό τους. «Είμαι γέννημα θρέμμα στ' Αναφιώτικα. Ζούσαμε πέντε αδέλφια εδώ και οι γονείς μας. Φιλοξενούσαμε και συγγενείς στρωματσάδα», λέει η Ελένη. «Δείτε τα σπίτια μας, είναι καθαρά, περιποιημένα. Ο,τι μπορούμε κάνουμε», συνεχίζει.
«Πες τους για το σύλλογο», την προτρέπει ο Θανάσης. «Μα, ναι, έχουμε σύλλογο και ταμείο. Πρόεδρός μας είναι ο αρχιτέκτονας Χρήστος Παπούλιας. Και, ξέρετε, κάνουμε περιπολίες κάθε βράδυ. Εχει μειωθεί η παραβατικότητα εδώ. Να φανταστείτε ώς και βιασμός πήγε να γίνει προ καιρού, αφήστε την πιτσιρικαρία που έρχεται στο άνοιγμα πάνω από τα σπίτια τα βράδια και κάνει φασαρία. Οσο μπορούμε τους συμμαζεύουμε».
Ψάξαμε να βρούμε τον πρόεδρο. Ελειπε και τα τηλέφωνα στα Αναφιώτικα, εν έτει 2013, είναι κομμένα από την ημέρα της καταιγίδας.
Φυσικά υπάρχει φως και νερό «και φυσικό αέριο. Είμαστε από τους πρώτους που το χρησιμοποίησαν. Αλλωστε στο Γκάζι δούλευαν πολλοί Αναφιώτες μια εποχή», σχολιάζει η Ελένη.
Και παιδιά; Υπάρχουν παιδιά στ' Αναφιώτικα; «Στον καιρό μου», λέει η Ελένη, «ήμασταν εβδομήντα οκτώ παιδιά. Τώρα έχουν μείνει μόνο τέσσερα».
Φωτογραφίζουμε την Εύα και τον Αντώνη. Είναι στην πρώτη τους εφηβεία και καθόλου δεν τους λείπουν τα διαμερίσματα της πόλης. «Είμαστε καλά εδώ», μας λένε.
Η οικογένεια του Νίκου Γαβαλά προέρχεται από την Ανάφη. «Εδώ μεγάλωσα», θα πει, «και τι είναι αυτά που λες για διαμερίσματα! Αμα πάω να μείνω σε πολυκατοικία, θα πεθάνω. Είκοσι χρόνια ήμουν στα βαπόρια, και όλο έλεγα πότε να γυρίσω στη γειτονιά μου. Πιο όμορφα από εδώ υπάρχει; Ζεις και στην Αθήνα και στο νησί μας. Μα ρώτα και τον ξάδελφό μου».
Μας έχει πλησιάσει ο Νίκος Σαχάς. «Ολοι με μαμή γεννηθήκαμε σ' αυτή τη γειτονιά. Και με τη μυρωδιά του φαγητού να μπαίνει από το ένα σπίτι στο άλλο. Μόλις ανοίξει ο καιρός στρώνουμε έξω, πίνουμε το κρασάκι μας και λέμε τις κανταδούλες μας. Οσο για την πολιτεία, μη μου τη μολογάς. Μας θυμούνται μόνο στις εκλογές».
«Μακάρι η πολιτεία να έδινε τα άδεια σπίτια σε οικογένειες», παρεμβαίνει η Αλεξάνδρα. «Οχι σε ανθρώπους που θέλουν να καμώνονται πως ζουν κάτω από το βράχο της Ακρόπολης, αλλά σε εκείνους με μεσαία και μικρά εισοδήματα, που θα έχουν σχέση με τους κατοίκους του οικισμού ώστε να γίνουν αποδεκτοί».
Ετοιμαζόμαστε να φύγουμε. Δεν θέλουν να μας αφήσουν. Από μια καραβόσκαλα ανεβαίνουμε στο ταρατσάκι της Αλεξάνδρας να πιούμε ένα ποτήρι νερό. Μια λεμονιά κατάφορτη μας κάνει συντροφιά, η άγρια τριανταφυλλιά πάνω από τα κεφάλια μας σε λίγο θα είναι κατακόκκινη.
«Ενα τσίπουρο για το δρόμο, θα το πιείτε;» ρωτάει η Αλεξάνδρα. «Αλλη φορά» τη διαβεβαιώνουμε, σίγουροι πως θα τηρήσουμε την υπόσχεσή μας.
πηγη