Translate

r

19 Μαΐ 2019

H στυγερή δολοφονία του Αµερικανού δηµοσιογράφου Τζορτζ Πολκ στη Θεσσαλονίκη: Ένα έγκλημα που παραμένει ατιμώρητο για 71 χρόνια.. (Βιντεο)

71 χρόνια από τη στυγερή δολοφονία του Αµερικανού δηµοσιογράφου Τζορτζ Πολκ στη Θεσσαλονίκη. Ακόμα και σήμερα δεν έχει διαλευκανθεί ποιος τον πυροβόλησε και τον έριξε στη θάλασσα 
Όταν αντίκρισε το αποτρόπαιο θέαµα εκείνο το κυριακάτικο πρωινό της 16ης Μαΐου 1948, το αίµα στις φλέβες του πάγωσε.
Περπατώντας αµέριµνος µε έναν φίλο του στην προκυµαία της Θεσσαλονίκης, ο φτωχός βαρκάρης Λάµπρος Αντώναρος διέκρινε σε απόσταση 150.200 µέτρων ένα ακίνητο ανθρώπινο σώµα να επιπλέει στο νερό: «Θεέ και Κύριε! Ένα πτώµα…».
Χωρίς δισταγµό, πήδηξε στη βάρκα του και άρπαξε τα κουπιά. «Τρέχα και ειδοποίησε όποιον βρεις, χωροφύλακα ή ναύτη» είπε στον φίλο του. Στο µεταξύ, οι πρώτοι περίεργοι άρχισαν να συγκεντρώνονται στην παραλία. Όταν ο βαρκάρης προσέγγισε το άψυχο κορµί, η έκπληξή του µεγάλωσε. Το πτώµα ανήκε σε άνδρα που του είχαν δέσει τα χέρια και τα πόδια µε σκοινί. Τα χαρακτηριστικά είχαν αλλοιωθεί, αφού τα ψάρια είχαν βρει εδώ και µέρες µακάβρια τροφή.
Καθώς το ανέβαζε µε δυσκολία στη βάρκα, δοκίµασε την επόµενη οδυνηρή έκπληξη. Ο άγνωστος είχε δεχθεί µια σφαίρα στο πίσω µέρος του κρανίου. Πήρε πάλι τα κουπιά και έστρεψε τη βάρκα προς το λιµάνι. Εξω, ο κόσµος έκανε στην άκρη για να περάσουν µπροστά οι άνδρες της Αστυνοµίας.untitled-4_265.jpg
 Η σύλληψη, η σκευωρία και οι μυστικές υπηρεσίες
Πώς βρέθηκε στο εδώλιο του κατηγορουµένου ο 38χρονος συντάκτης της εφηµερίδας «Μακεδονία» Γρηγόρης Στακτόπουλος; Ιδιαίτερη σηµασία προκειµένου να εξεταστεί η δολοφονία Πολκ έχει ο τόπος στον οποίο διαπράχθηκε το έγκληµα. Η Θεσσαλονίκη εκείνη την εποχή (θυµίζουµε ότι βρισκόµαστε µεσούντος του εµφυλίου πολέµου) είναι η πόλη που ενώνει την ανταρτοκρατούµενη από τους κοµµουνιστές βόρεια περιοχή του Γράµµου και του Βέρνου (που είναι γνωστό ως Βίτσι) µε την υπόλοιπη Ελλάδα. Εχει καταστεί το επίκεντρο του ενδιαφέροντος Αγγλοαµερικανών παραγόντων και όχι µόνο. Θυµίζει, θα λέγαµε, Καζαµπλάνκα ή ένα µικρό Βερολίνο στο οποίο είχαν εγκατασταθεί όλες οι µεγάλες δυνάµεις. Ο Αµερικανός δηµοσιογράφος Ουίνστον Μπερντέτ είχε πει εύστοχα τον Αύγουστο του 1948 πως «είτε οι κοµµουνιστές σκότωσαν τον Πολκ είτε οι ακροδεξιοί, επιλέγοντας το λιµάνι της Θεσσαλονίκης, η κάθε πλευρά άφηνε το έγκληµα στην αυλόπορτα της άλλης»!Ο Τζορτζ Πολκ με τη σύζυγό του Ρέα Κοκώνη σε ευτυχισμένες στιγμές. Η δολοφονία του Πολκ συγκλόνισε τη διεθνή κοινή γνώμη
Λίγη ώρα αργότερα, το ραδιόφωνο θα µετέδιδε ότι το πτώµα ανήκει στον 35χρονο Αµερικανό δηµοσιογράφο Τζορτζ Πολκ, ανταποκριτή του ειδησεογραφικού δικτύου CBS στην Ελλάδα. Ο άτυχος άνδρας είχε µεταβεί στη συµπρωτεύουσα µε στόχο να πάρει συνέντευξη από τον Μάρκο Βαφειάδη, ηγετική φυσιογνωµία του ΚΚΕ και της Εθνικής Αντίστασης, αλλά και πρωθυπουργό της Προσωρινής ∆ηµοκρατικής Κυβέρνησης (της λεγόµενης «κυβέρνησης του βουνού») που είχε δηµιουργηθεί µε πρωτοβουλία του κοµµουνιστικού κόµµατος.markos_bafeiadis.jpgΟ Μάρκος Βαφειάδης με συνεργάτες στο στρατηγείο του
Έµενε στο ξενοδοχείο «Αστόρια», γωνία Τσιµισκή και Αγίας Σοφίας. Η νεκροψία θα αποκαλύψει ότι ο θάνατος προήλθε από πνιγµό. Ο Πολκ όταν ρίχτηκε στο νερό, περίπου µία εβδοµάδα πριν, ήταν αναίσθητος, αλλά ζωντανός. Είχε δεχθεί σφαίρα στο κεφάλι, αλλά δεν είχε πεθάνει. Τον έδεσαν χειροπόδαρα µετά τον πυροβολισµό (αφού δεν υπήρχαν σηµάδια που να οδηγούν στο συµπέρασµα ότι είχε προηγηθεί πάλη) και τον πέταξαν στη θάλασσα. Ποιος όµως διέπραξε το έγκληµα και γιατί; Ακόµη και σήµερα κανείς δεν µπορεί να απαντήσει µε βεβαιότητα. Ούτε η τότε ελληνική κυβέρνηση έπεισε µε τα επιχειρήµατά της, ούτε η αστυνοµική διεύθυνση, ούτε οι µυστικές υπηρεσίες Ηνωµένων Πολιτειών και Μεγάλης Βρετανίας που έστειλαν επιτόπου κλιµάκια.

Μαρτυρία
Τρεις µήνες µετά τη δολοφονία, στις 14 Αυγούστου του 1948, συλλαµβάνεται ως βασικός ύποπτος για τον φόνο ο 38χρονος συντάκτης της εφηµερίδας «Μακεδονία» Γρηγόρης Στακτόπουλος, µε τον οποίο είχε συναντηθεί ο άτυχος Αµερικανός συνάδελφός του, λίγες ηµέρες πριν χάσει τη ζωή του. Το κοµµουνιστικό παρελθόν του Έλληνα δηµοσιογράφου κρίθηκε εξόχως επιβαρυντικό για τη θέση του, παρά το γεγονός ότι από την αρχή τα στοιχεία δεν συνέτειναν στο γεγονός ότι µπορεί να τον σκότωσε αυτός.dsc_6175_398_x_606.jpg
Ο ίδιος ο Στακτόπουλος στο βιβλίο «Υπόθεση Πολκ - Η προσωπική µου µαρτυρία» (εκδόσεις Γνώση) περιέγραφε τη σύλληψή του ως εξής:
«Περίµενα το λεωφορείο στη στάση Αγίας Σοφίας-Τσιµισκή για να επιστρέψω σπίτι, όταν κάποιος χτύπησε τον ώµο µου. Γύρισα και είδα έναν άγνωστο.
- Πώς σε λένε; - Γρηγόρη Στακτόπουλο.
- Έχεις ταυτότητα;
- Και βέβαια έχω.
- Μπορώ να τη δω;
- Ποια θέλετε, την αστυνοµική ή τη δηµοσιογραφική; Αλλά τι τη θέλετε; Τι είστε;
- Τίποτα, µια αναγνώριση θέλω να κάνω. 

Έβγαλα και τις δύο ταυτότητες. Τις έδωσα, µου τις επέστρεψε και είπε: "Πάµε µια στιγµή στην Ασφάλεια, για µια αναγνώριση”. Προθυµοποιήθηκα να τον ακολουθήσω. Στον δρόµο πιάσαµε κουβέντα και τον ρώτησα αν είχαν πιάσει τους κλέφτες. Απάντησε ότι τους πιάσανε και γι’ αυτό πηγαίναµε στην Ασφάλεια. Ο νους µου είχε γυρίσει σε µια κλοπή που είχε γίνει µερικές ηµέρες νωρίτερα στο σπίτι µας. Ηταν µονοκατοικία µε µεγάλη αυλή και είχαν πάρει την µπουγάδα µε τα ρούχα. Νόµισα λοιπόν ότι είχαν πιάσει τους κλέφτες και ήµουν χαρούµενος.
Οταν φθάσαµε στη Γενική Ασφάλεια, ο συνοδός του µε παρουσίασε στον υπαξιωµατικό υπηρεσίας, ο οποίος αναφώνησε:
- Τον έφερες; Πρόβαλε αντίσταση;
- Οχι, µ’ ακολούθησε. 

Τον είχα από κοντά εδώ και µέρες. Γύρισα και τον πρόσεξα καλύτερα. Μου φάνηκε, και δεν είχα άδικο, πως ήταν ο… υδραυλικός που όταν ξύπνησα ένα πρωινό για να πλυθώ, τον είδα µαζί µε τον θυρωρό στο πλυσταριό, απέναντι από το δωµάτιο που έµενα, να κάνει πως καταπιάνεται µε τις βρύσες. Ο διάλογος µε εξέπληξε. Τι διάολο, σκέφτηκα, λένε αυτοί. Τι αντίσταση να προβάλω και γιατί; Η έκπληξή µου έγινε µεγαλύτερη όταν, µε την αποχώρηση του συνοδού µου, µε παρέλαβε ο υπαξιωµατικός. Μου έκανε σωµατική έρευνα, πήρε ό,τι είχα επάνω µου, έψαξε την τσάντα µου, την πέταξε σε µια καρέκλα και µόλις παραπονέθηκα για όλα αυτά, µ’ άστραψε στα µάγουλα δύο χαστούκια, µου ’δωσε µια κλωτσιά, µ’ έπιασε από τον λαιµό και µ’ έσπρωξε στο µπουντρούµι µε τη φράση: “διαµαρτύρεσαι κιόλας, κωλόπουστε…”. Από τη στιγµή αυτή αρχίζει η τραγωδία µου, το µεγάλο δράµα που εύχοµαι να µην είχε όµοιό του και να µην έχει ποτέ στη νεότερη ελληνική ιστορία. Το δράµα, που οδήγησε τη µητέρα µου στον πρόωρο θάνατο, τη µία αδελφή µου στην παραφροσύνη, την άλλη σε νευρικό κλονισµό και εµένα στα ισόβια δεσµά. Πέρασα κι εγώ ξυστά από την τρέλα, λένε οι συγγενείς µου».
Τα βασανιστήρια
Ο Στακτόπουλος υποβάλλεται σε φρικτά βασανιστήρια. Τον υποχρεώνουν να µείνει επί ώρες όρθιος, τον αφήνουν να διψάσει, τον χτυπούν ακόµη και µε σιδερένιες γροθιές, τον κρεµούν από τα πόδια στο κελί για ώρες, τον δένουν χειροπόδαρα σε µια καρέκλα και οι φρουροί που εναλλάσσονται δεν τον αφήνουν να αποκοιµηθεί, του κάνουν ηλεκτροσόκ. Υπό την πίεση της ανάκρισης, των πολυήµερων απάνθρωπων ψυχικών και σωµατικών βασανιστηρίων και της απειλής ότι θα καταδικαστεί εις θάνατον, ο Στακτόπουλος «οµολογεί» την ανάµειξή του στο έγκληµα.o_staktopoylos_dexia_kata_ti_diarkeia_tis_apologias_toy.jpg
Ο Στακτόπουλος (δεξιά) κατά τη διάρκεια της απολογίας του
Τον Οκτώβριο του 1948, σε µια καλοστηµένη συνέντευξη Τύπου των υπουργών ∆ηµοσίας Τάξεως (Κωνσταντίνου Ρέντη) και ∆ικαιοσύνης (Γεωργίου Μέλα) που ανήκαν στην τότε κυβέρνηση του κεντρώου Θεµιστοκλή Σοφούλη, παρούσης και της ηγεσίας της Χωροφυλακής, ανακοινώνεται ότι τον φόνο είχε σχεδιάσει η ιδρυθείσα πριν από έναν χρόνο Κοµινφόρµ (γνωστή και ως «Συντονιστικό Γραφείο Πληροφοριών των Κοµµουνιστικών Κοµµάτων» ανά την Ευρώπη, που θεωρήθηκε ως µια προσπάθεια µεταπολεµικής ανασύστασης της Κοµµουνιστικής ∆ιεθνούς). «Το έκαναν για να εκθέσουν την πατρίδα µας στο εξωτερικό, να πλήξουν τις ελληνοαµερικανικές σχέσεις και να εµποδίσουν τη βοήθεια που µας παρέχει η υπερδύναµη» είπαν τότε οι Αρχές.
Ο καταδικασµένος Στακτόπουλος έµεινε αδίκως τέσσερα χρόνια στα κρατητήρια της Γενικής Ασφάλειας και ακολούθως µεταφέρθηκε στις φυλακές
Η συνάντηση
Βάσει του επιχειρήµατός τους, ο Πολκ συνέφαγε αµέριµνος µε τον Στακτόπουλο στο πλαίσιο των επαφών που είχε µε άτοµα τα οποία θα τον βοηθούσαν να φθάσει στον συνεντευξιαζόµενο πρωθυπουργό της παράτυπης «κυβέρνησης του βουνού». Ακολούθως, υποστήριξαν ότι οι δύο συνδαιτυµόνες µπήκαν σε µια βάρκα, στην οποία βρίσκονταν µέσα ήδη τα ηγετικά στελέχη του ΚΚΕ Αδάµ Μουζενίδης και Βαγγέλης Βασβανάς, µε το πρόσχηµα ότι θα βοηθούσαν το θύµα να προσεγγίσει την περιοχή που έλεγχε ο αριστερόφρων ∆ηµοκρατικός Στρατός Ελλάδος. Ο Μουζενίδης πυροβόλησε τον Πολκ και µετά τον έριξε στη θάλασσα, όπως υποστήριξαν. Ολα ήταν προφανώς αποκυήµατα της φαντασίας, για τον απλούστατο λόγο ότι ο Μουζενίδης είχε σκοτωθεί στο βουνό αρκετές ηµέρες πριν έρθει ο Πολκ στην Ελλάδα και ο Βασβανάς, όπως αποδείχθηκε αργότερα, την ηµέρα της δολοφονίας δεν βρισκόταν καν στη Θεσσαλονίκη!19-makedonia-pos-epiteyhthike-i-syllipsi-1.jpg
Η δικαστική απόφαση
Έπειτα από µια δίκη-παρωδία, ο Στακτόπουλος καταδικάζεται σε ισόβια, ενώ οι «συνεργοί» του, που δεν ήταν παρόντες, σε θάνατο. Κατηγορούµενη ήταν και η µητέρα του Στακτόπουλου, επειδή φέρεται να είχε ταχυδροµήσει έναν φάκελο που σχετιζόταν µε την υπόθεση, αλλά αθωώθηκε αφού αποδείχθηκε γραφολογικά ότι δεν ήταν δικά της τα γράµµατα που υπήρχαν πάνω. Ο καταδικασµένος Στακτόπουλος έµεινε αδίκως τέσσερα χρόνια στα κρατητήρια της Γενικής Ασφάλειας και ακολούθως µεταφέρθηκε στις φυλακές. Το 1956 η ποινή του µειώνεται στα 20 χρόνια και το 1960 αποφυλακίζεται, αφού ο τότε υπουργός ∆ικαιοσύνης «έριξε» την ποινή του στα 17 έτη. Από τότε είχε αρχίσει να γίνεται ευρέως αποδεκτό ότι ήταν αθώος.
Πέθανε το 1988, σε ηλικία 88 ετών. Μέχρι την τελευταία στιγµή ζητούσε αναψηλάφηση της δίκης για να φύγει από τη ζωή δικαιωµένος, αλλά ο Αρειος Πάγος δεν έκανε δεκτό το αίτηµά του. Η υπόθεση Στακτόπουλου αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγµα λανθασµένης δικαστικής απόφασης. Οπως είχε γράψει και ο αείµνηστος πρώην πρωθυπουργός και ακαδηµαϊκός Παναγιώτης Κανελλόπουλος, «όταν η ∆ικαιοσύνη κατασκευάζει ενόχους υπακούοντας σε σκοπιµότητες, που είτε η ίδια είτε η πολιτική εξουσία τις έχει τοποθετήσει πάνω από την αλήθεια, διαπράττει βαρύτατο αδίκηµα. Τέτοια είναι και η περίπτωση του Γρηγόρη Στακτόπουλου». ∆εν ήξερε ο Βαφειάδης ότι ο Πολκ ήθελε να του πάρει συνέντευξη.polk-2-cover.jpg
Άξιο µνείας είναι το γεγονός ότι στο βιβλίο του δηµοσιογράφου Γιώργου Λεονταρίτη «Ο Γιάννης Μαρής για την υπόθεση Πολκ» (εκδόσεις Αγρα) ο συγγραφέας αποκαλύπτει ότι σε συνάντηση που είχε µε τον αρχιστράτηγο του ∆ηµοκρατικού Στρατού, Μάρκο Βαφειάδη, του είχε εκµυστηρευτεί ότι «πρόκειται για µια περίεργη ιστορία. Ποτέ δεν ειδοποιηθήκαµε στο Γενικό Αρχηγείο ότι ο Πολκ ήθελε να έλθει σ’ επαφή µαζί µας. Εάν το ξέραµε, θα τον διευκολύναµε – όπως και κάθε δηµοσιογράφο που θα είχε την ίδια επιθυµία. Μπορούσαµε εύκολα να περάσουµε τους δηµοσιογράφους στο βουνό. Είχαµε τρόπο. Κι άλλωστε, επιδιώκαµε τέτοιες επισκέψεις. Μας ενδιέφερε να µάθει ο κόσµος για τον αγώνα µας και τους σκοπούς µας. Τη δολοφονία τη µάθαµε από το ραδιόφωνο».
Ενδεχοµένως να έστησαν την «παγίδα θανάτου» στον Πολκ οι ξένες υπηρεσίες, εκτιµά από την πλευρά του ο καθηγητής Πολιτικής και Συνταγµατικής Ιστορίας της Ελλάδας Γιώργος Αναστασιάδης στο βιβλίο «Το παλίµψηστο του αίµατος - Πολιτικές δολοφονίες και εκτελέσεις στη Θεσσαλονίκη, 1913 - 1968» (εκδόσεις Επίκεντρο). Το θέµα είναι γιατί. «Η απάντηση δεν είναι µία. Ενοχλούσε πολλούς. Ηταν αντίθετος µε την πολιτική της πατρίδας του για την Ελλάδα; Ήθελε την ειρήνευση και όχι τη συντριβή των “κοµµουνιστοσυµµοριτών”; Ηξερε πολλά για τα σκάνδαλα, την οικονοµική διαφθορά σε κυβερνητική κλίµακα; Αυτούς που ο Πολκ “ξεφώνιζε”, η Ουάσιγκτον ήθελε να κυβερνήσουν την Ελλάδα… Πάντως η δολοφονία του έκοψε τον δρόµο των ξένων δηµοσιογράφων προς το βουνό και έγινε παράδειγµα για όλους τους άλλους» αναφέρει χαρακτηριστικά.
πηγη ΕΘΝΟΣ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου