r

Translate

19 Δεκ 2019

Όταν οι κουρείς πουλούσαν πούδρες, σαπούνια και κολώνιες

Ένα βιβλίο (Νίκος Ποταμιάνος, «Οι Νοικοκυραίοι») αφηγείται τη διαδρομή των καταστηματαρχών στην ελληνική πρωτεύουσα τα τελευταία χρόνια του 19ου αιώνα και το πρώτο τέταρτο του 20ου αιώνα
Όταν οικουρείς πουλούσαν αρώματα!
Και δεν πουλούσαν μόνο αρώματα αλλά και πούδρες και σαπούνια και κάθε άλλο προϊόν που συνδεόταν με τον καλλωπισμό και την προσωπική φροντίδα των Αθηναίων. Μάλιστα, το εμπόριο αυτής της μορφής βοήθησε στη δημιουργία μεγαλύτερων επιχειρήσεων στον κλάδο. Η αναφορά γίνεται στην αγορά της ελληνικής πρωτεύουσας στα τέλη του 19ου αιώνα και στις αρχές του 20ου αιώνα και οι επισημάνσεις προέρχονται από το άκρως ενδιαφέρον βιβλίο του ιστορικού Νίκου Ποταμιάνου με τίτλο «Οι νοικοκυραίοι» που κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις αξιόπιστες Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης (που είναι τμήμα του Ιδρύματος Τεχνολογίας και Έρευνας που εδρεύει στο Ηράκλειο Κρήτης).
Στο βιβλίο των 564 σελίδων του σαραντάρη ιστορικού φιλοξενείται μια μεγάλη αφήγηση για τη διαδρομή των καταστηματαρχών της Αθήνας στα τέλη του 19ου και τις αρχές του 20ού αιώνα. Τη διαδρομή αυτή τη συνθέτουν στοιχεία ετερόκλητα: η πυρκαγιά της παλιάς αγοράς το 1884 και τα Ευαγγελικά το 1901, το κίνημα στο Γουδί το 1909 και η ίδρυση της ΓΣΕΒΕ το 1919, οι ευκαιρίες να ξεκινήσει κανείς τη δική του δουλειά σε μια πόλη που όλο και μεγάλωνε αλλά και η υψηλή θνησιμότητα των μικροεπιχειρήσεων, η καθιέρωση της κυριακάτικης αργίας και η καταδίωξη της αισχροκέρ­δειας, ο βερεσές και το ενοικιοστάσιο, οι απεργίες των αρτο­ποιών και οι διαμαρτυρίες των αμαξάδων ενάντια στα πρώτα αυτοκίνητα, οι πιάτσες των καταστημάτων και η διασπορά τους στην πόλη, οι προστάτες άγιοι των σωματείων και τα τσιμπούσια στην εξοχή τη μέρα της γιορτής τους, τα βεγγαλικά που έριχναν οι μαγαζάτορες στις προ­εκλογικές εκστρατείες, οι ήχοι της μαζούρκας στους οικογενειακούς χορούς και οι σφαλιάρες στον Καραγκιόζη, το κύμα κοπής των μουστακιών μετά τον πρώτο παγκό­σμιο πόλεμο και η περιφρούρηση της «αξιοπρέπειας» των νοικοκυραίων.

Αλλάς, ας επανέλθουμε στους κουρείς (οι οποίοι το 1925 φθάνουν τους 451, κατανεμημένοι στο κέντρο και στις γειτονιές της Αθήνας). Ακολουθεί ένα μικρό απόσπασμα από το βιβλίο του Ποταμιάνου: «Ενδεχομένως, η εμπλοκή των κουρέων στο εμπόριο αρωμάτων και καλλυντικών να ανάγεται επίσης στη δεκαετία του 1860 ως κατ’ εξοχήν αρμόδιοι επί του καλλωπισμού πουλούσαν πούδρες, σαπούνια και αρώματα τουλάχιστον ως τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, ενώ πολλοί δραστηριοποιήθηκαν στην αρκετά ακμάζουσα “μικρά βιομηχανία κολώνιας” και άλλων ειδών, η οποία δεν απαιτούσε ιδιαίτερες χημικές γνώσεις. Η εμπλοκή με το εμπόριο και τη βιοτεχνία καλλωπιστικών ειδών φαίνεται ότι υπήρξε κομβική για την εμφάνιση κάποιων μεγαλύτερων επιχειρήσεων στον κλάδο: από τη δεκαετία του 1880 δημοσιεύονται στις εφημερίδες διαφημίσεις μεγάλων κουρείων και κομμωτηρίων, με έμφαση στα είδη καλλωπισμού που πουλούσαν, ενώ το 1912 διαβάζουμε για ιδιοκτήτες μεγάλων κομμωτηρίων που είχαν στις αποθήκες τους εισαγόμενα εμπορεύματα αξίας 30.000 δραχμών (Λ. Μουσιούς) ή εξήγαν στην Οθωμανική Αυτοκρατορία τις κολόνιες που παρήγαν (Κ. Βελισσάριος).

»Όλο και περισσότεροι κουρείς πουλούσαν αρώματα και καλλυντικά – αυτό όμως δεν σήμαινε ότι επωφελούνταν όλοι εξίσου από τις αυξημένες δυνατότητες κέρδους που προσέφεραν οι εμπορικές δραστηριότητες. Τον δρόμο για την αλλαγή κλίμακας φαίνεται ότι τον άνοιγε ο συνδυασμός εμπορίου καλλυντικών και αστικής πελατείας˙ χαρακτηριστική η ορολογία που χρησιμοποιήθηκε το 1867, όταν κατατασσόταν στις κατώτερες κλάσεις, διασπάστηκε σε «κουρείς άνευ επίπλων και αρωμάτων» και σε «κουρείς μετ’ επίπλων ή και αρωμάτων», που τοποθετήθηκαν σε υψηλότερη «κλάση», και το 1906 κατατάχθηκαν στην κατηγορία Β’».

protothema.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου