Translate

r

10 Μαΐ 2018

Βιομηχανικό Μουσείο Φωταερίου, ένα μουσείο για μια βιώσιμη κοινωνία

Διανύει μόλις τον πεμπτο χρόνο λειτουργίας του, αλλά αυτό δεν εμπόδισε το Διεθνές Συμβούλιο Μουσείων (ICOM) να το χαρακτηρίσει τιμώμενο μουσείο για τη Διεθνή Ημέρα Μουσείων. Ο λόγος για το Βιομηχανικό Μουσείο Φωταερίου (ΒΜΦ) που υποδέχεται τη διάκρισή του με πλήθος εκδηλώσεων.
«Είμαστε πολύ χαρούμενοι με την επιλογή μας ως τιμώμενο μουσείο για δύο λόγους:

Επειδή είμαστε ακόμα πολύ νέοι στον χώρο και η αναγνωρισιμότητα αυτή ήρθε αρκετά νωρίς. Ο δεύτερος λόγος έχει να κάνει με το φετινό θέμα της Διεθνούς Ημέρας, που είναι "Μουσεία για μια βιώσιμη κοινωνία". Το γεγονός ότι μας συνέδεσαν με τον όρο βιωσιμότητα είναι πολύ σημαντικό για εμάς, γιατί θεωρώ ότι είμαστε ένα μοντέρνο μουσείο, που αναζητούμε πάντα τρόπους για να επιβιώσουμε, και δεν εννοώ μόνο οικονομικά. Σκοπός μας είναι να ζούμε σύγχρονα, να προσπαθούμε να καταλαβαίνουμε ποιες είναι οι απαιτήσεις του κοινού και να ανταποκρινόμαστε σ' αυτές. Να υπάρχει γενικά μια έντονη δραστηριότητα ώστε να προβάλλουμε όσο το δυνατόν περισσότερο τον χαρακτήρα μας» ανέφερε στο ΑΠΕ-ΜΠΕ η διευθύντρια του ΒΜΦ.
Το εργοστάσιο φωταερίου ιδρύθηκε το 1857, αποκρυσταλλώνοντας τη βιομηχανική ταυτότητα της περιοχής, στην οποία πέντε χρόνια νωρίτερα είχε δημιουργηθεί το εργοστάσιο μεταξουργείου -που ονομάτισε την ομώνυμη συνοικία-, ενώ τις επόμενες δεκαετίες προσέλκυσε όλο και περισσότερες βιομηχανίες οι οποίες χρησιμοποίησαν το προϊόν του για φωτισμό και θέρμανση. Το φωταέριο ήρθε στην Αθήνα το 1862 και λειτούργησε στο εργοστάσιο της οδού Πειραιώς σε σύγχρονες για την εποχή εγκαταστάσεις, εισάγοντας αρχικά τον δημόσιο φωτισμό της πόλης και από το 1887 τη βιομηχανική και οικιακή χρήση του. Η αναμονή των εγκαινίων του τον Σεπτέμβριο του 1862 μνημονεύτηκε από τον Τύπο της εποχής ως το γιγάντιο βήμα προς τον ευρωπαϊκό πολιτισμό και την υλική και ηθική ανάπτυξη του τόπου. Αν και το εργοστάσιο ανήκε σε ιδιώτες επιχειρηματίες, ο δήμος Αθηναίων, βάσει σύμβασης, παρακολουθούσε τη λειτουργία του και παρενέβαινε με προτάσεις, όπως ζητώντας τη διενέργεια ποιοτικών ελέγχων του αερίου (όταν διαπίστωνε κακή ποιότητα φωτισμού στην πόλη), την αύξηση των φανών ή τη μεταφορά τους από κεντρικά σε πιο απόμερα σημεία. Το 1938, ο δήμος ανέλαβε τη διοίκηση του εργοστασίου και από το 1952 συστάθηκε η Δημοτική Επιχείρηση Φωταερίου Αθηνών (ΔΕΦΑ), που λειτούργησε μέχρι το κλείσιμό της το 1984.
Τη δεκαετία του '80, το συγκρότημα κηρύχθηκε ιστορικό διατηρητέο μνημείο και τον Σεπτέμβριο του 1986, με απόφαση της υπουργού Πολιτισμού Μελίνας Μερκούρη, χαρακτηρίστηκε ιστορικός τόπος, καθώς, σύμφωνα με το υπουργείο, αποτέλεσε μοναδικό δείγμα παραγωγής αερίου πόλης του 19ου αιώνα, τυπικό παράδειγμα βιομηχανικού συγκροτήματος σε μορφή μικρής πόλης και αναπόσπαστο τμήμα της δημόσιας μνήμης των κατοίκων.
Εξάλλου, παρά το γεγονός ότι παρόμοια εργοστασιακά συγκροτήματα ιδρύθηκαν σε διάφορες πόλεις στον κόσμο, λίγα εργοστάσια φωταερίου διατηρούνται σε τέτοιο βαθμό, γεγονός που οδήγησε και στη μουσειακή του ανάδειξη. «Το 2011 συστάθηκε μια ομάδα από μουσειολόγους, αρχιτέκτονες, πολιτικούς μηχανικούς, ιστορικούς τεχνολόγους και δημιουργήσαμε μια διαδρομή πάνω στη γραμμή παραγωγής του εργοστασίου. Κι αυτό το κάναμε επειδή είχε διασωθεί ο μηχανολογικός εξοπλισμός μέσα στους χώρους του παλαιού εργοστασίου που δείχνει από την αρχή μέχρι το τέλος την πορεία παραγωγής του φωταερίου» αναφέρει η κ. Φλώρου. Έτσι, δημιουργήθηκαν 13 στάσεις στις οποίες ο επισκέπτης αντιλαμβάνεται τον τρόπο παραγωγής του φωταερίου από την πρώτη ύλη, τον άνθρακα, ως τη διανομή του στο δίκτυο της πόλης. Παράλληλα, με την παρουσίαση πλούσιου αρχειακού υλικού, αντικειμένων, φωτογραφιών και διαδραστικών εφαρμογών, πληροφορείται για το ρόλο των εργαζομένων, τις συνθήκες εργασίας, τη ζωή στο εργοστάσιο και στη γειτονιά, και εξοικειώνεται με έννοιες όπως η βιομηχανική κληρονομιά.
Όσο για την επισκεψιμότητα, τα δύο πρώτα χρόνια λειτουργίας του περισσότερα από 40.000 άτομα επισκέφτηκαν το πρώτο βιομηχανικό μουσείο της Αθήνας. Ωστόσο, το νούμερο αυτό, που έχει καταμετρηθεί μέσα από τα εισιτήρια και τις ποικίλες δράσεις του Μουσείου (εκπαιδευτικά προγράμματα, ξεναγήσεις, περιοδικές εκθέσεις, ομιλίες κ.α.), πολλές από τις οποίες παρέχονται δωρεάν, είναι μέρος μόνο του πραγματικού αριθμού των επισκεπτών. Η κ. Φλώρου εξηγεί τον λόγο:
«Δεν θα μπορούσαμε να μετρήσουμε την επισκεψιμότητα αλλιώς. Σίγουρα όμως μας έχουν επισκεφτεί πολύ περισσότεροι, καθώς μοιραζόμαστε τον κόσμο των εκδηλώσεων της Τεχνόπολης. Για παράδειγμα, στο Xmas Factory πέρσι τον χειμώνα -ημέρες που δεν είχαμε εισιτήριο- πέρασαν σχεδόν 200.000 άνθρωποι, οι οποίοι επισκέφτηκαν τους χώρους του μουσείου.
Ακόμη κι αν δεν έκαναν όλη τη μουσειακή διαδρομή που προτείνουμε, σίγουρα αντιλήφθηκαν πού βρίσκονται κι αυτό είναι πολύ θετικό για εμάς» επισημαίνει.