Translate

r

28 Ιουλ 2018

Μονάδες «φαντάσματα» που κέρδισαν πολέμους (βίντεο)

Η αποτελεσματικότητα στο πεδίο των μαχών, οι δολιοφθορές και οι μυστικές ομάδες μαχητών, κατάφεραν να καθορίσουν τις εκβάσεις των πολέμων στην ιστορία μέχρι σήμερα.
Αεροπορία, πεζικό, ναυτικό, όλα έχουν παίξει τον ρόλο τους. Ωστόσο υπάρχουν κάποιοι επίλεκτοι που έδρασαν στο παρασκήνιο και προκάλεσαν αλλαγές στην εξέλιξη των μαχών.

The Ghost Army
Φουσκωτά όπλα από καουτσούκ, ψεύτικα τανκς, ηθοποιοί στρατιώτες στο πεδίο της μάχης. Είναι η στρατιά των συμμάχων που αποσκοπούσε στο να δημιουργήσει αίσθηση υπεροχής. Η απίστευτη ιστορία γυρίστηκε σε ντοκιμαντέρ με τίτλο «The Ghost Army» από τον Ρικ Μπάγιερ με μαρτυρίες βετεράνων.
Το όνομα της ομάδας: «Στρατός – Φάντασμα».
Πάθος τους: η τέχνη. Τα μέλη της: 1.100 νεαροί από σχολές Καλών Τεχνών της Αμερικής.
Τα όπλα τους: φουσκωτά από καουτσούκ.
Οι επιτυχημένες επιχειρήσεις τους: είκοσι μία.
O σκοπός τους: η εξαπάτηση των γερμανικών στρατευμάτων.
Η αποστολή τους ήταν απόρρητη από τους ίδιους αλλά και το Πεντάγωνο μέχρι το 1996.
Τον Ιούνιο του 1944, μια μυστική μονάδα του στρατού των ΗΠΑ αποβιβάζεται στο θρυλικό Οχάμα Μπιτς της Νορμανδίας. «Ήταν όλα πολύ ήσυχα», θυμάται ένας βετεράνος. «Αλλά εγώ φοβόμουν. Ήμασταν στη μέση του πολέμου, με ομοιώματα όπλων, και η δουλειά μας ήταν να εστιάσει ο εχθρός πάνω μας». Ο εξοπλισμός τους περιείχε τα πάντα, σχεδόν όλα ήταν φουσκωτά. Οβιδοβόλα, τζιπ, φορτηγά μέχρι αεροπλάνα και τανκς που ζύγιζαν μετά βίας 40 κιλά το καθένα. Ανάμεσά στα τεχνάσματά τους βρέθηκαν και ξύλινα άλογα, περίτεχνα κοστούμια, κρυφοί κώδικες ραδιοφώνου αλλά και μία μοναδική συλλογή από ηχητικά εφέ. Σκοπός τους ήταν να ξεγελάσουν τους Γερμανούς, δίνοντας την εντύπωση ότι οι Σύμμαχοι υπερτερούσαν σωματικά αλλά και αριθμητικά.
Οι Αμερικανοί ήξεραν από νωρίς να γυρίζουν αληθοφανείς πολεμικές σκηνές, σαν να τραβήχτηκαν σε στούντιο από επαγγελματίες ηθοποιούς. Ενδεικτικό παράδειγμα αποτελούσαν οι ψεύτικοι ομιλητές που ούρλιαζαν, προεγγραφημένα μηνύματα και πολεμικά συνθήματα στα δάση της Γαλλίας.
Την αλλόκοτη ιστορία που θυμίζει χολιγουντιανό σενάριο επιστημονικής φαντασίας έρχονται να επιβεβαιώσουν άνθρωποι της τέχνης, μερικοί εκ των οποίων ξεκίνησαν την καλλιτεχνική τους πορεία αμέσως μετά τον πόλεμο. Ανάμεσά τους οι διάσημοι ζωγράφοι Έλσγουορθ Κέλι και Άρθουρ Σίνγκερ, ο σχεδιαστής μόδας Μπιλ Μπλας, ο φωτογράφος μόδας και μουσικής Αρτ Κέιν αλλά και ο σχεδιαστής μουσείων Τζακ Μασέι. «Ήταν εντολή. Να μην σηκώσουμε ποτέ το φουσκωτό άρμα στα χέρια μας και να περάσουμε στην άλλη πλευρά του δρόμου. Αυτό θα μας πρόδιδε», θυμάται ο Μασέι. Και συνεχίζει: «Σε κάθε μετακίνησή μας θα έπρεπε να τα ξεφουσκώνουμε, να τα συσκευάζουμε μέσα σε κιβώτια, μετά να τα μετακινούμε στη νέα τοποθεσία και να τα φουσκώνουμε και πάλι από την αρχή». Μερικές φορές, μάλιστα, οι στρατιώτες έπρεπε να τα φουσκώσουν με τρόμπα ποδηλάτου ή και με το στόμα. Μια χρονοβόρα διαδικασία που έβαζε σε κίνδυνο ακόμα περισσότερο τη ζωή τους.
Ο σκηνοθέτης του ντοκιμαντέρ Ρικ Μπάγιερ αμφιβάλλει για την ύπαρξη παρόμοιας ιστορίας κατά την περίοδο του πολέμου. Πράγματι, ο «Στρατός – Φάντασμα» από στρατιώτες – ηθοποιούς ξεφεύγει κατά πολύ από τις συνηθισμένες ιστορίες πολέμου.
61st Cavalry Unit
Είναι 1971 και βρισκόμαστε στον πόλεμο Ινδίας-Πακιστάν. Η 61η μεραρχία των Ινδών αποτελείτο από αναβάτες εθελοντές που το ένα τρίτο τους είχε «κοπεί» από την τελική διαλογή λόγω μειωμένων ικανοτήτων στην ιππασία. Όσοι τελικά επιλέχθηκαν δημιούργησαν τη μεγαλύτερη μεραρχία έφιππων μαχητών που έχει λάβει μέρος ποτέ σε πολεμικές συρράξεις.
Η εν λόγω μεραρχία καθόρισε τελικά την έκβαση του πολέμου. Η πρώτη της εμφάνιση έγινε το 1947. Οι τότε ιππείς ήταν η προσωπική φρουρά του προέδρου της χώρας. Η μεραρχία υπάρχει ακόμη και σήμερα και η συμμετοχή σε αυτή, θεωρείται τιμητική.
Ο Ινδο-Πακιστανικός Πόλεμος του 1965 ήταν μια σειρά από μάχες μεταξύ των στρατιωτικών δυνάμεων Ινδίας και Πακιστάν, από τον Αύγουστο του 1965 έως τον Σεπτέμβριο της ίδιας χρονιάς. Η πολεμική αυτή σύγκρουση έγινε γνωστή ως Β’ Πόλεμος του Κασμίρ, διότι οι μάχες έλαβαν χώρα στη διεκδικούμενη και από τους δύο εδαφική αυτή περιοχή, και αποτέλεσαν συνέχεια των μαχών που διεξήχθησαν εκεί το 1947.
Ο πόλεμος ξεκίνησε με την επιχείρηση Γιβραλτάρ των πακιστανικών δυνάμεων, η οποία αποσκοπούσε στη διείσδυση στην περιοχή Γιαμμού και Κασμίρ ώστε να καταστείλουν ανταρσία εναντίον της κυβέρνησης, υποκινούμενη από την Ινδία. Ο πόλεμος, διάρκειας 5 εβδομάδων, προκάλεσε βαρείς απώλειες και στις δυο πλευρές. Τερματίστηκε μετά από παρέμβαση του Ο.Η.Ε και τη συνακόλουθη Διακήρυξη της Τασκένδης.
Οι συγκρούσεις έλαβαν χώρα στο μεγαλύτερο μέρος τους εντός του Κασμίρ και κατά μήκος των συνόρων Ινδίας-Πακιστάν. Κατά τη διάρκειά τους, σημειώθηκε η μεγαλύτερη συγκέντρωση στρατιωτικών δυνάμεων στο έδαφος του Κασμίρ από το διαμελισμό της Βρετανικής Ινδίας το 1947, συγκέντρωση που επισκιάστηκε σε αριθμούς μόλις το 2001-2002 κατά τη διάρκεια της πρόσφατης έντασης, υπό μορφή ψυχρού πολέμου, στις σχέσεις των δύο χωρών. Οι περισσότερες μάχες διεξήχθησαν μεταξύ δυνάμεων πεζικού και τεθωρακισμένων, με ικανή υποστήριξη εναέριων μέσων και συνδρομή ναυτικών δυνάμεων. Πολλές λεπτομέρειες του πολέμου παραμένουν ωστόσο, ακόμα και σήμερα, ασαφείς, όπως σε όλους τους ινδο-πακιστανικούς πολέμους.
The Filthy Thirteen
Ήταν μια ομάδα παρανόμων χωρίς καμία πειθαρχία. Ο επικεφαλής τους, Jake McNiece, αναφέρει πως δεν κατάφερε ποτέ να τους επιβληθεί.
Επισήμως, οι «βρώμικοι 13» συμμετείχαν στην 506η μεραρχία αλεξιπτωτιστών των ΗΠΑ (506th Parachute Infantry Regiment, 101st Airborne Division) κατά τη διάρκεια του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου και στόχος τους ήταν να ανατινάζουν γέφυρες.
Έλαβαν μέρος στη Μάχη των Αρδεννών γνωστή και ως Επιχείρηση Σκοπιά στο Ρήνο (γερμανικά Unternehmen: Wacht am Rhein). Ήταν η τελευταία μεγάλης κλίμακας επίθεση του Γ΄ Ράϊχ στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, μεταξύ 16 Δεκεμβρίου 1944 και 25 Ιανουαρίου 1945, κατά μήκος των συνόρων του Βελγίου και του Λουξεμβούργου, με σκοπό την κατάληψη του ποταμού Μεύση (Meuse) και του λιμανιού της Αμβέρσας.
Η επιχείρηση στόχευε αφενός στην διακοπή του εφοδιασμού των Συμμάχων και αφετέρου στον πιθανό διαχωρισμό των Αμερικανικών και Αγγλικών δυνάμεων στο Δυτικό Μέτωπο.Την σχεδίαση της επιχείρησης επιμελήθηκε ο ίδιος ο Χίτλερ αλλά η αισιοδοξία του, ενώ αγωνιζόταν να αποδείξει ότι δεν είχε ακόμα υποκύψει, ήταν ιδιαίτερα υπερβολική και είχε ελάχιστες πιθανότητες να επιτύχει.
Εντούτοις, μερικές συγκυρίες της τότε κατάστασης των Συμμάχων στο Δυτικό Μέτωπο επέτρεψαν την αρχική της επιτυχία. Σε συνδυασμό, πάντως με την κατασκευή νέων όπλων από την Γερμανία, όπως αεριωθουμένων αεροπλάνων και πυραύλων (βλήματα V1, V2 και V3) και, μάλιστα, επιπλέον και πυρηνικού όπλου, τυχόν επιτυχία της επιχείρησης αυτής είχε τις πιθανότητες να ανατρέψει την τελική έκβαση του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Η τελική, ωστόσο, κατάληξή της ήταν η απώλεια κάπου 100.000 Γερμανών στρατιωτών και αξιωματικών και η υποχώρηση τους στα ενδότερα των συνόρων τους, αφήνοντας πλέον τη δυνατότητα εκτέλεσης αμυντικών μόνον επιχειρήσεων ως τη συνθηκολόγηση της Γερμανίας.
Η απόφαση για την επίθεση στις Aρδένες ανακοινώθηκε από τον Χίτλερ στις 16 Σεπτεμβρίου του 1944, στην αίθουσα επιχειρήσεων του στρατηγείου του, όταν διέκοψε σε μια στιγμή τον αξιωματικό που έκανε την ενημέρωση, πήρε το δείκτη στα χέρια του, έδειξε τις Aρδένες στο χάρτη και είπε: «Aποφάσισα να επιτεθώ στις Aρδένες, με τελικό σκοπό την Αντβέρπ».
Στη μάχη των Αρδεννών οι «13» κατάφεραν να ανατινάξουν τη γέφυρα και να ανακόψουν τον στρατό των Γερμανών, ενώ έχασαν μόλις έναν άνδρα.
Lovat Scouts
Οι Lovat Scouts ήταν επίλεκτοι μαχητές της Σκωτίας που συμμετείχαν στις επιχειρήσεις της Βορείου Αφρικής στον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο.
Διοικούνταν από τον Αμερικανό Frederick Russell Burnham. Αρχικά δημιουργήθηκαν από τον Simon Joseph Fraser το 1900 και έλαβαν μέρος στον πρώτο πόλεμο των Μπόερς.
Οι ολλανδικές (ή Μπόερ) δημοκρατίες του ελεύθερου κράτους της Οράγγης και του Τράνσβααλ, καθώς και οι βρετανικές αποικίες Νατάλ και Ακρωτηρίου, που ανήκαν στη βασίλισσα Βικτωρία, αποτέλεσαν πεδίο μάχης για τους αποίκους, που αλληλοεξοντώνονταν σε απόσταση μεγαλύτερη των 10.000 χιλιομέτρων μακριά από την πατρίδα τους. Οι Μπόερς ήταν αγρότες οι οποίοι στο πρώτο ήμισυ του 18ου αιώνα μετανάστευσαν στην Νότια Αφρική για να αναζητήσουν την τύχη τους. Είχαν αποικήσει ένα μεγάλο τμήμα αυτών των τεράστιων περιοχών, δημιουργώντας αγροκτήματα και εκτρέφοντας βοοειδή. Πάνω από όλα, όμως άρχισαν να εκμεταλλεύονται τα πλούσια κοιτάσματα χρυσού και διαμαντιών.
Το 1914, αγγλικές και γαλλικές δυνάμεις αποβιβάστηκαν στο γερμανικό Καμερούν (Αύγουστος) και μέχρι το τέλος του χρόνου κατέλαβαν όλη την παράκτια περιοχή. Η Ιαπωνία επιτέθηκε κατά της γερμανικής αποικίας Τσιγκ – Τάο στις κινέζικες ακτές και την κατέλαβε (Νοέμβριος). Οι σύμμαχοι της Αντάντ κατέλαβαν τη Νέα Γουινέα και τη Σαμόα. Ο στρατηγός φον Λέτοβ Βόρμπεκ απέκρουσε, τέλος, τον αγγλικό στρατό στη Γερμανική Ανατολική Αφρική.
Οι Σκωτσέζοι Lovat ήταν οι καλύτεροι ιχνηλάτες της εποχής τους και μετά το 1914 έγιναν και ελεύθεροι σκοπευτές, οι πρώτοι στην ιστορία του στρατού της Βρετανίας.
Είναι οι πρώτοι που εφηύραν το περίφημο Ghillie suit για καμουφλάζ στο πεδίο της μάχης.
Ritchie Boys
Κατά τη διάρκεια του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου, οι ΗΠΑ σχημάτισαν μια ελίτ μονάδα πληροφοριών – κυρίως Γερμανοί και Εβραίοι ακαδημαϊκοί – στο στρατόπεδο Ritchie του Μέριλαντ. Επιφορτισμένοι με την επινόηση τρόπων για να σπάσει το ηθικό των SS, θεωρούνται οι άνδρες που καθόρισαν τον πόλεμο.
Είναι η ιστορία τριών εφήβων που απέδρασαν από τη ναζιστική Γερμανία και επέστρεψαν στην Ευρώπη ως στρατιώτες του αμερικανικού στρατού.
.
πηγη  el.gr