Translate

r

7 Ιουν 2019

Έγκλημα στο χοιροστάσιο

Το παιδί είδε τον φόνο
Μετά την αποκάλυψη της δολοφονίας, τα αδέλφια του θύματος, με δηλώσεις τους στον Τύπο, ισχυρίστηκαν ότι η δράστις πραγματοποίησε τον φόνο με τη συνδρομή ενός ακόμα προσώπου, πιθανόν κάποιου από τους αδελφούς της, προσθέτοντας πως έχουν
στα χέρια τους και σχετικά αποδεικτικά στοιχεία τα οποία ωστόσο δεν παρουσίασαν. Πάντως, την ίδια εκδοχή διατύπωσε και ο συνήγορος υπεράσπισης Ευάγ. Βελώνιας σε συνέντευξη που παραχώρησε στον γράφοντα 15 χρόνια αργότερα. «Η Κοντού ήταν μια γυναίκα λεπτοκαμωμένη, αλλά με ιδιαίτερη φυσική δύναμη. Παρ’ όλα αυτά, εγώ έχω σχηματίσει την ακράδαντη πεποίθηση ότι το έγκλημα δεν το έκανε μόνη της» δήλωσε χαρακτηριστικά. «Δεν ήταν δυνατόν να μετακίνησε μόνη της το πτώμα του συζύγου της που ζύγιζε περισσότερο από 120 κιλά. Η ίδια όταν την ρώτησα σχετικά, μου έλεγε -και επέμενε σε αυτό- ότι το έγκλημα το έκανε μόνη της. Μόνο μία φορά μου είχε ότι είχε συμμετοχή και κάποιος άλλος. Εγώ έσπευσα να ελέγξω την εκδοχή αυτή και διαπίστωσα ότι το πρόσωπο αυτό, που επρόκειτο για έναν ηλικιωμένο άντρα, δεν ήταν δυνατόν να έχει επαφή με το έγκλημα (σ.σ.: πρόκειται, πιθανότατα, για τον ηλικιωμένο γείτονα του ζεύγους Κοντού, κυρ-Βασίλη)».
Σε κάθε περίπτωση, ξεχωριστό ενδιαφέρον παρουσιάζει το γεγονός πως η 6χρονη κόρη του ζευγαριού ήταν αυτόπτης μάρτυρας του εγκλήματος! Οι πρώτες σχετικές πληροφορίες διέρρευσαν στις 25 Απριλίου, ενώ στις 28 Απριλίου η εφημερίδα Απογευματινή δημοσίευσε μια αφήγησή της. «Εκείνη τη μέρα, ο μπαμπάς μάλωσε με τη μαμά. Εμένα και τα δύο αδελφάκια μου μας έβαλαν στο υπνοδωμάτιο και βλέπαμε τηλεόραση. Οι άλλοι δύο κοιμήθηκαν, εγώ έμεινα ξύπνια» περιέγραψε το 6χρονο κορίτσι. «Άνοιξα την πόρτα και πήγα στην κουζίνα. Ο μπαμπάς καθόταν στην καρέκλα. Η μαμά ήταν από πίσω του, κρατούσε ένα μεγάλο σίδερο, το σήκωσε και τον κτύπησε στο κεφάλι. Άκουσα και τον μπαμπά να λέει: “Μη Ρήνα, μη…” Η μητέρα μου στην αρχή δεν με είχε δει. Με είδε μετά, όταν άρχισε να τραβά τον μπαμπά προς τα έξω. Δεν μου είπε τίποτα. Με κλείδωσε μέσα στο δωμάτιο. Εγώ κατάλαβα ότι τον είχε σκοτώσει. Μετά από λίγη ώρα, είδα φωτιά στο μέρος που καίγαμε τα γουρούνια. Κόλλησα στο παράθυρο και είδα τη μαμά να ρίχνει ξύλα πάνω στον μπαμπά. Τον έκαιγε… μετά, ξύπνησα τον αδελφό μου Παναγιώτη. […] Όταν ρωτήσαμε τη μαμά τι έκανε, μας είπε ότι έκαιγε κάτι λάστιχα, μα δεν την πιστέψαμε. Μας είπε να λέμε ότι τον μπαμπά τον είχαν πάρει με το αυτοκίνητο δύο… μαύροι. […] Δεν το είπαμε πουθενά γιατί η μητέρα μάς είπε πως αν το μαρτυρούσαμε θα πάει φυλακή».

Χαρακτηριστικός τίτλος στην πρώτη σελίδα της εφ. «Ελευθεροτυπία» στις 26 Απριλίου 1979
Τονίζεται εδώ πως την εκδοχή ότι το θύμα δολοφονήθηκε μέσα στην κουζίνα του σπιτιού και όχι στο κατώφλι της εξώπορτας υποστήριξαν και οι συγγενείς του θύματος. «Η δράστις δεν σκότωσε τον άντρα της όταν ανύποπτος κατέβαινε τη σκάλα, αλλά μέσα στην κουζίνα. […] Εκεί που καθόντουσαν στην κουζίνα, σήκωσε τη χατζάρα και του την έφερε. Η αναπαράσταση ήταν φιάσκο» κατέθεσε μερικούς μήνες αργότερα στο Μικτό Ορκωτό Κακουργιοδικείο Αθηνών, ο αδελφός του θύματος Π. Κοντός. Επιπλέον, στις 30 Απριλίου σε μερίδα του Τύπου δημοσιεύτηκε η πληροφορία ότι ένα οστούν, πιθανότατα από το κρανίο του θύματος, το οποίο εντόπισε ο Δ. Τρουγκάκος στον χώρο του χοιροστασίου, έφερε εμφανή ίχνη από μαχαίρι, στοιχείο που πιθανολογούσε το ενδεχόμενο  η δράστις να είχε στην πραγματικότητα μαχαιρώσει τον άντρα της. Πάντως, η βασιμότητα της πληροφορίας αυτής δεν αποσαφηνίστηκε ποτέ.
Στις 27 Απριλίου, η Κοντού προσήχθη ενώπιον του εισαγγελέα Αντ. Φάκου, ο οποίος χαρακτήρισε το έγκλημα ως «ιδιαζόντως απεχθές», κάτι που εκείνη την περίοδο επέσυρε την ποινή του θανάτου. Απολογούμενη, η Κοντού επανέλαβε πως «με κυνηγούσε με ένα μαχαίρι και ήθελε να με σκοτώσει. Αν δεν πρόφτανα εγώ, θα με σκότωνε εκείνος. Ήταν μεθύστακας. αλήτης, χασικλής. Μ’ έδερνε με το παραμικρό. Η ζωή μου ήταν κόλαση μαζί του». Αμέσως μετά, κατά τη μεταφορά της στον ανακριτή, απειλήθηκε εκ νέου με λυντσάρισμα από τους συγγενείς του θύματος.

Εφ. «Ελευθεροτυπία» – 28 Απριλίου 1979
Η δίκη
Η δίκη για την υπόθεση πραγματοποιήθηκε στο Μικτό Ορκωτό Κακουργιοδικείο Αθηνών στις 14 και 15 Φεβρουαρίου 1980. Σύμφωνα με τα ρεπορτάζ των εφημερίδων, η Κατερίνα Κοντού εμφανίστηκε στο δικαστήριο κρατώντας στην αγκαλιά ένα βρέφος 3 μηνών, που γεννήθηκε στη φυλακή και το οποίο η κατηγορουμένη δεν ήθελε να αποχωριστεί. Αξίζει να σημειωθεί πως τα αδέλφια του θύματος εξέφρασαν ζωηρές επιφυλάξεις για την πατρότητα του παιδιού αυτού.
Καταθέτοντας ο αδελφός του θύματος Πέτρος Κοντός, είπε μεταξύ άλλων: «[Η δράστις] Ήταν σε θέση να τον σκοτώσει μόνη της, την βοήθησαν όμως κατόπιν και τα αδέλφια της. […] Την πράξη της την ομολόγησε μετά από 31 μέρες. Έκανε το έγκλημα με μυαλό και μεθοδικότητα. Το θάρρος της έφτασε στο σημείο να αναφέρει εξαφάνιση του συζύγου της. Από χρόνια προμελετούσε το έγκλημα. […] Την ημέρα του φόνου η κατηγορουμένη μου είπε ότι ο άντρας της, ο αδελφός μου, πήρε το διαβατήριό του και τα χρήματα και έφυγε παρέα με άλλα δύο άτομα για λαθρεμπόριο ναρκωτικών. Υποψιάστηκα ότι όλα αυτά ήσαν παραμύθια και ότι αυτή σκότωσε τον αδελφό μου. Τον φοβέριζε ότι θα τον σκοτώσει. Δεν φανταζόμουνα ποτέ πως ο Χρήστος θα άφηνε τη φαμίλια του, αν και της είχε πολλά μαζεμένα. Τον απατούσε συνεχώς, του έτρωγε τη σοδειά από τα κτήματά μας, δεν του μαγείρευε και γενικά δε τον φρόντιζε. Και άλλη μια φορά αποπειράθηκε να τον σκοτώσει με ένα τσεκούρι […]. Το 1976 ήρθαν από το χωριό και εγκαταστάθηκαν στον Νέο Κόσμο. Λίγο αργότερα, εγώ και ο αδελφός μου ξενιτευτήκαμε στην Τρίπολη της Λιβύης για να εργασθούμε. Εκείνος κάθισε έξι μήνες και γύρισε. Στο διάστημα αυτό, η κατηγορουμένη έλεγε πως εργαζόταν, αν και δεν εργαζόταν. […] Είχε σχέσεις με έναν ακαμάτη επιπλοποιό και με άλλους. Ο Χρήστος, από τη δουλειά του στην ξενιτιά, έφερε 250 χιλ. δρχ., που τα χάλασε για να φτιάξει τα δόντια της η φόνισσα και για να της αγοράσει οικιακά σκεύη. […] Η συμπεριφορά του αδελφού μου ήταν άψογη. Δεν ήμουν μπροστά, αλλά ξέρω ότι δεν την κτύπαγε. […] Ο αδελφός μου έπινε σαν άνθρωπος, αλλά δεν είδα ποτέ να κτυπάει τη γυναίκα του. […] Τον σκότωσε για να έχει την ελευθερία της για να ξεπορτίζει με όλους τους αγαπητικούς της. Έχει έναν εγκληματικό και ατίθασο χαρακτήρα. […]».
Στο ίδιος μήκος κύματος κινήθηκαν και τα άλλα δύο αδέλφια του θύματος που κατέθεσαν (Ελένη Πίκκολα και Γιώργος Κοντός), δίνοντας έμφαση στον χαρακτήρα της («Ήταν ένα ανθρωπόμορφο τέρας») και στην εξωσυζυγική της ζωή («Η κατηγορουμένη είχε πολλούς εραστές»).

Με μια τσουγκράνα, ο Γιώργος Κοντός αναζητά κάποιο ίχνος του νεκρού αδελφού του στο στόμιο ενός από τους δύο βόθρους του χοιροστασίου (κατά τη διάρκεια της αναπαράστασης)
Ο κτηνίατρος του χοιροστασίου Θ. Χατζηβέης ανέφερε πως «το θύμα ήταν μέθυσος και έδερνε τη γυναίκα του, η οποία ισχυριζόταν ότι ο άντρας της από τη μία φυλακή έβγαινε, στην άλλη έμπαινε γιατί ήταν κακοποιός. Τα παιδιά τους μου είπαν πως ο μπαμπάς τους έδερνε τη μαμά. Τον συμβούλευσα να μην το ξανακάνει αλλά μου είπε πως αυτά είναι κουτσομπολιά. Επίσης, από καιρού εις καιρόν, εγκατέλειπε την οικογένειά του και άλλοτε πήγαινε στη Λιβύη, άλλοτε δε στη Γερμανία. […] Η δράστις πρόσεχε τα παιδιά της με το παραπάνω. Έτρεχαν, κυλιόντουσαν, έπαιζαν, λερώνονταν, πάσχιζε να τα έχει καθαρά. Και ήταν, αντιλαμβάνεσθε, βρωμότοπος το χοιροστάσιο. […] Μια φορά, το θύμα μαστίγωσε τη γυναίκα του και εκείνη έτρεξε να κρυφτεί στα στάχυα. […] Με αυτό το μαστίγιο (σ.σ.: τον βούρδουλα που επικαλέστηκε η Κοντού) θα μπορούσε και να την σκοτώσει».
Ακόμα, κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας, κατέθεσαν ο Δ. Τρουγκάκος, οι αξιωματικοί της Χωροφυλακής και της Αστυνομίας που διενήργησαν την προανάκριση, ο ιδιοκτήτης της ταβέρνας όπου σύχναζε ο Κοντός, ο οποίος επιβεβαίωσε πως το θύμα «έπινε πολύ» και μάλιστα «όταν ήταν μεθυσμένος μια φορά, γύρισε να με μαχαιρώσει, αλλά πρόλαβα και τον αφόπλισα», καθώς και ο φερόμενος ως εραστής της Κοντού, ο οποίος διέψευσε την πληροφορία αυτή.
Η απολογία της κατηγορούμενης διήρκεσε περίπου τρεις ώρες και διακόπηκε αρκετές φορές, εξαιτίας λιποθυμικών επεισοδίων λόγω της έντονης συγκίνησής της. Στην αρχή, περιέγραψε τη ζωή της έως την ημέρα του φόνου: «Ο άντρας μου με απειλούσε ότι θα με σκοτώσει, με έδερνε και τέτοια. […] Με παρατούσε και πλάγιαζε στο διπλανό δωμάτιο με την αδελφή του. […] Η ζωή μου από την πρώτη νύχτα του γάμου μου ήταν μια κόλαση» υποστήριξε η Κοντού και συνέχισε: «Ο άντρας μου ήταν τεμπέλης, ακαμάτης και βάρβαρος. Ξενοδούλευα για να αναστήσω τα τρία μας παιδιά. Με έβριζε συνεχώς, με φοβέριζε και με κτυπούσε αλύπητα. Συνεχώς ήταν μεθυσμένος. Το πιοτό ήταν το πάθος του. Όλο φασαρίες έκανε και με απειλούσε με μαχαίρι. Έξι μήνες είχε φύγει και δεν μου έστειλε δραχμή. Δεν τον ένοιαζε πως περνούσαμε. Τρεις-τέσσερις φορές κλείστηκε στον Κορυδαλλό για καυγάδες και για χρέη. Για να βγει από τη φυλακή, μου έστειλαν λεφτά τα αδέλφια μου από το χωριό. Η ασφάλεια επειδή είχε μάθει πως είχε όπλο, μας έκανε έρευνα στο σπίτι. Το έκρυψα εγώ στην αυλή μας. Αν δεν το ‘κανα, θα με σκότωνε. Ήταν αλκοολικός, δεν μπορούσε να ζήσει χωρίς το πιοτό. Έπινε πρωί, μεσημέρι, βράδυ. […] Εγώ δούλευα μέρα-νύχτα για να μην πεθάνουμε από πείνα. Αντί να με ευχαριστήσει, με σακάτευε στο ξύλο. Για να μην με κτυπάει, αναγκάστηκα να του πως είμαι έγκυος και τότε εκείνος με απείλησε ότι θα με σφάξει».
Ακολούθως παρουσίασε μία κάπως διαφοροποιημένη σε σχέση με τις αρχικές της καταθέσεις (όμως σύμφωνα με τα άλλα στοιχεία, εγγύτερη στα πραγματικά περιστατικά) εκδοχή για τις συνθήκες υπό τις οποίες διέπραξε τον φόνο. Άρχισε την εξιστόρηση, αναφέροντας ότι «την ημέρα του φόνου, ήταν από το πρωί ως το βράδυ μεθυσμένος. Ζήτησε ένα μπουκάλι κονιάκ που το είχα κρυμμένο, αλλά αρνήθηκα να του το δώσω. Μου φώναξε αγριεμένος πως θα με σφάξει. Αναγκάστηκα να του δώσω. Έπειτα πήγαμε στον γείτονά μας, τον μπάρμπα-Βασίλη, όπου ήπιε μπόλικο κρασί. Δύο ώρες καθίσαμε εκεί και έπειτα εκείνος φεύγοντας με το μηχανάκι μου φώναξε να φέρω κρασί. Επειδή ήταν μεθυσμένος εγώ παρεκάλεσα τον μπάρμπα-Βασίλη να έρθει μαζί μας στο σπίτι, γιατί θα με σκοτώσει. Ωστόσο εκείνος αρνήθηκε και έτσι γύρισα πεζή με τα παιδιά στο σπίτι. Τότε, ξαναρίχτηκε πάνω μου και με αυτόν τον βούρδουλα με σακάτεψε στο ξύλο».

Στιγμιότυπο από την αναπαράσταση του εγκλήματος (26 Απριλίου 1979)
Στη συνέχεια, όπως είπε η ίδια «του πήγα το κρασί, αλλά το έσπασε το μπουκάλι. Με σακάτεψε στο ξύλο μπροστά στη μεγάλη μας κόρη, που με λυπήθηκε και φώναξε: “Μαμά μου, σε σκότωσε”. Ανάλγητος εκείνος με έβριζε: “Σκύλα! Βρώμα! Πουτάνα!” Είδα και έπαθα να του ξεφύγω. Έτρεξα και κρύφτηκα στα στάχυα. Λίγο αργότερα, ζήτησα βοήθεια από τον μπάρμπα-Βασίλη. Μετά γύρισα σπίτι. Ετοίμασα δύο καφέδες του μπάρμπα-Βασίλη και του Χρήστου. Εκείνος μου πέταξε το φλιτζάνι στο πρόσωπο και μου είπε: “Αι σιχτίρ, πουτάνα!” Ύστερα, όταν ο μπάρμπα-Βασίλης έφυγε, ο Χρήστος φώναξε: “Θα σφάξω τη γυναίκα μου και τα παιδιά μου απόψε” […]. Έβαλα τα παιδιά να κοιμηθούν κάτω από το κρεβάτι και εκείνος κρατώντας μαχαίρι φώναζε: “Πού είσαι βρε πουτάνα; Πού έχεις βάλει τα παιδιά;” Ό,τι έκανα, για τα παιδιά μου το ‘κανα. Θα του ‘φευγα κι ας με αναζητούσε. Πίστεψα πως δεν θα γλίτωνα εγώ και τα παιδάκια μου… Ούρλιαζε εκείνος πως δεν θα του γλιτώναμε. Ζαλισμένη από τα κτυπήματα, ούτε ήξερα τι έκανα. Άρπαξα μια σωλήνα και ενώ εκείνος ανέβαινε τη σκάλα, τον κτύπησα. Τη σωλήνα τη βρήκα στη βεράντα. […] Του έδωσα δύο κτυπήματα, ζαλίστηκε και έπεσε με το κεφάλι προς τα κάτω. Εκεί, αμέσως τον ξανακτύπησα δύο, τρεις, τέσσερις φορές ακόμη. Τον κτύπησα και στο τσιμέντο.  […] Τα παιδιά δεν ξύπνησαν με τον θόρυβο. Τα αγγελούδια μου κοιμόντουσαν… Φοβήθηκα, τότε, τα αδέλφια μου και κοίταξα να εξαφανίσω το πτώμα. Έκανα κουράγιο κ. Πρόεδρε γιατί είχα παιδί στα σπλάχνα μου. Αχ, η άμοιρη… Καλύτερα να με είχε σκοτώσει».
Καταλήγοντας, η Κοντού είπε: «Την απόφαση να τον σκοτώσω την πήρα εκείνο το βράδυ. […] Μάρτυράς μου ο θεός πως δεν ήξερα τι έκανα. Δεν θέλω να λυπηθείτε εμένα, τα παιδιά μου να λυπηθείτε».
Ο εισαγγελέας δεν πείσθηκε από τα επιχειρήματα της κατηγορούμενης και της υπεράσπισής της και στην αγόρευσή του πρότεινε να κηρυχθεί η Κοντού ένοχη κατά το κατηγορητήριο, χωρίς κανένα ελαφρυντικό. «Έχομεν ανθρωποκτονία εκ προθέσεως που ετελέσθη με ήρεμον φυσικήν κατάστασιν» σημείωσε χαρακτηριστικά προσθέτοντας ότι η Κοντού «είναι μια ψυχρή γυναίκα που σκέπτεται και πράττει», η οποία επιπλέον «σπίλωσε τη μνήμη του νεκρού θύματός της κατά τον ελεεινότερον τρόπο».
Το απόγευμα της 15ης Φεβρουαρίου, το Δικαστήριο με ψήφους 4-3 την έκρινε ένοχη για ανθρωποκτονία από πρόθεση, ιδιαζόντως απεχθή, και την καταδίκασε στην ποινή των ισοβίων δεσμών. Όπως τόνιζαν τα ρεπορτάζ των εφημερίδων, η Κοντού άκουσε την απόφαση με ψυχραιμία και ανακούφιση, καθώς πίστευε ότι θα καταδικαζόταν στην ποινή του θανάτου.
Όπως η… Κόζα Νόστρα
Έχει ενδιαφέρον να επισημανθεί ότι η εξαφάνιση ενός πτώματος, μέσω του τεμαχισμού του και της απόρριψης των τμημάτων του σε γουρούνια ώστε να φαγωθεί και να μην μείνουν ίχνη, αποτελούσε μία από τις συνηθέστερες «πρακτικές» της θεωρούμενης ως την πλέον σκληρή μαφία διεθνώς, της σικελικής Κόζα Νόστρα (Cosa Nostra). Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση του 1981, όταν η μαφία του χωριού Κορλεόνε δολοφόνησε 200 μέλη αντίπαλων «οικογενειών» των οποίων τα πτώματα κατόπιν διαλύθηκαν σε οξύ, θάφτηκαν σε τσιμέντο ή ρίχθηκαν σε γουρούνια. Ακόμα, ο Τζιουζέπε Γκρέκο (Giuseppe Greco, 1952-1985), ένας από τους πιο γνωστούς και στυγνότερους εκτελεστές της οργάνωσης, συνήθιζε να εξαφανίζει τα πτώματα είτε ρίχνοντάς τα σε βαρέλια ή μπανιέρες με οξύ είτε ως τροφή στα γουρούνια.
πηγη alitogr

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου