Translate

r

8 Ιουν 2019

Ο κινηματογραφικός καουμπόι Τζον Γουέιν

Ο θρύλος της Άγριας Δύσης που ήθελε απεγνωσμένα νεκρό ο Στάλιν! 
Εκεί που ένας άνδρας ταυτίζεται απόλυτα με ένα κινηματογραφικό είδος, το σπουδαίο γουέστερν, εκεί μπορούμε να αναζητήσουμε με ασφάλεια τον μύθο της μεγάλης οθόνης Τζον Γουέιν.

Πρότυπο αρρενωπότητας στον καιρό του και κλασικό είδωλο πλέον του Χόλιγουντ, ο κατά κόσμον Μάριον Μίτσελ Μόρισον γοήτευσε το παγκόσμιο κοινό με τις «σκληρές» ερμηνείες του, το αγέρωχο ύφος και το χαρακτηριστικό φυσικά βάδισμά του.
Ένας από τους διαχρονικά κορυφαίους σταρ της κινηματογραφίας, αγέραστος όπως και οι εμβληματικές ταινίες του, πολυβραβευμένος και χιλιοτραγουδισμένος, ο σκληροτράχηλος αυτός καουμπόι των αμερικανικών γουέστερν ταυτίστηκε στην προσωπική του ζωή με το αντικομμουνιστικό μένος των ΗΠΑ της δεκαετίας του '50.
Γεγονός που θα έφερνε ακόμα και τη μήνη του σοβιετικού ηγέτη Ιωσήφ Στάλιν, ο οποίος βάλθηκε να τον δολοφονήσει! Τα σφοδρά αντικομμουνιστικά φρονήματα του ηθοποιού και η υποστήριξή του στο κίνημα αριστερών εκκαθαρίσεων της εποχής του μακαρθισμού ήταν η πλατφόρμα όπου θα στήνονταν οι αρκετές απόπειρες(!) κατά της ζωής του.
Σύμφωνα με τη βιογραφία του Tζον Γουέιν, τη μαρτυρία του σκηνοθέτη Όρσον Γουέλς αλλά και πλήθος ανεξάρτητων πηγών και σοβιετικών ντοκουμέντων, στα τέλη της δεκαετίας του '40 και τις αρχές του '50 έγιναν σοβαρές απόπειρες σε βάρος της ζωής του «Δούκα» από πράκτορες της KGB. Και το FBI ήταν άλλωστε καλά πληροφορημένο για το γεγονός, παρέχοντας μάλιστα προστασία στον πρωταγωνιστή του «Ρίο Μπράβο» πολυάριθμες φορές.
Εξάλλου, ο ίδιος ο διάδοχος του Στάλιν, Nικίτα Xρουστσόφ, αποκάλυψε στον Γουέιν ότι ο προκάτοχός του ήθελε να τον δολοφονήσει: «Ήταν μια απόφαση που πήρε ο Στάλιν στα τελευταία πέντε τρελά χρόνια της ζωής του. Όταν πέθανε [το 1953], ανακάλεσα τη διαταγή», εκμυστηρεύτηκε ο σοβιετικός ηγέτης στον χολιγουντιανό αστέρα σε κατ' ιδίαν συνάντησή τους το 1958.
Η ζωή του όμως δεν ήταν ασφαλής και πάλι, καθώς τα ηνία θα έπαιρνε αμερικανική ακροαριστερή εξτρεμιστική ομάδα, η οποία επιχείρησε να τον δολοφονήσει αργότερα στο Mεξικό! Και βέβαια άλλη μια απόπειρα κατά της ζωής του θα συνέβαινε στο Βιετνάμ το 1966, όταν επισκέφθηκε τα μαχόμενα στρατεύματα των ΗΠΑ. Ο σκληροτράχηλος Γουέιν δεν καταλάβαινε όμως απ' αυτά και θα εγκατέλειπε τον κόσμο αργότερα, το 1979, νικημένος μόνο από την αρρώστια...
Πρώτα χρόνια
O Μάριον Ρόμπερτ (Μίτσελ) Μόρισον γεννιέται στις 26 Μαΐου 1907 στην Αΐόβα ως το μεγαλύτερο από τα δύο παιδιά μιας μικροαστικής οικογένειας. Η φαμίλια μετακομίζει στην Καλιφόρνια όταν ο Μάριον ήταν 7 ετών, αν και δεν θα στέριωνε εκεί για πολύ.
Στην Καλιφόρνια πάντως ήταν που θα του κολλούσαν το μόνιμο αργότερα παρατσούκλι του «Δούκας». Ήταν το αρμονικό δίδυμο που έκανε το νεαρό αγόρι με το σκυλάκι του που έκανε τους περίοικους να αποκαλούν το ιδιαίτερο αυτό ζευγάρι «Μικρό Δούκα» και «Μεγάλο Δούκα»!
Στα γυμνασιακά του χρόνια είναι που θα ξεκινήσει ο «Δούκας» να ασχολείται με την υποκριτική, παίρνοντας μέρος στις σχολικές παραστάσεις. Ταυτοχρόνως, παίζει ράγκμπι σε ανταγωνιστικό επίπεδο και ασχολείται με λογής δραστηριότητες, όπως διάφορα μαθητικά συμβούλια. Οι επιδόσεις του στο ράγκμπι θα του εξασφαλίσουν υποτροφία στο Πανεπιστήμιο της Νότιας Καλιφόρνιας (USC), όπου θα ξεκινήσει τις σπουδές του στα νομικά ο Μάριον το φθινόπωρο του 1925.
Παρά το γεγονός ότι ως φοιτητής ήταν πολύ καλός, έπειτα από δύο χρόνια ένας σοβαρός τραυματισμός θα τον βγάλει από τα γήπεδα και θα διακόψει απρόοπτα την υποτροφία του. Είναι το τέλος των φοιτητικών του χρόνων και η αρχή μιας νέας εποχής...
Αστέρας των γουέστερν
Ο αθλητικός Μάριον είχε εμφανιστεί σε κομπαρσιλίκια και μικρορολάκια του Χόλιγουντ ήδη από την εποχή του κολεγίου. Ως παίκτης ράγκμπι εξάλλου πήρε μέρος στο «Brown of Harvard» (1926) και το «Drop Kick» (1927). Τώρα λοιπόν που ήταν παντελώς διαθέσιμος, είχε όλο τον καιρό στη διάθεσή του να ασχοληθεί με την κινηματογραφία.
Η πρώτη σοβαρή γνωριμία του Μάριον Μόρισον στο Χόλιγουντ θα ήταν με τον σπουδαίο σκηνοθέτη Τζον Φορντ στο «Mother Machree» (1928). Ήταν όμως χάρη στον κινηματογραφιστή Raoul Walsh που ο ηθοποιός εξασφάλισε τον πρώτο πρωταγωνιστικό του ρόλο αλλά και το καλλιτεχνικό του ψευδώνυμο «Τζον Γουέιν»: ήταν με το «The Big Trail» (1930) που ο Γουέιν -πια- ντεμπουτάρει ουσιαστικά στο Χόλιγουντ, αν και το γουέστερν έμελλε να ήταν εισπρακτικά παταγώδης αποτυχία.
Για μια σχεδόν δεκαετία ο Τζον Γουέιν παράδερνε από φτηνοπαραγωγή σε φτηνοπαραγωγή, με τα γουέστερν που λάμβανε μέρος για λογαριασμό διαφόρων στούντιο να μη σημειώνουν εμπορική επιτυχία. Στους «δεύτερους» αυτούς ρόλους που ενσάρκωσε έπαιξε ακόμα και καουμπόι που τραγουδούσε! Ταυτοχρόνως, η εμπειρία που αποκόμισε ήταν σημαντικότατη, την ίδια στιγμή που ξεκίνησε να αναπτύσσει την αρρενωπή κινηματογραφική περσόνα που θα τον μάθαινε αργότερα όλος ο κόσμος.
Η μεγάλη του στιγμή ήρθε το 1939, όταν ο κορυφαίος Τζον Φορντ του εμπιστεύεται τον ρόλο του φυγά κακοποιού Ringo Kid στο εμβληματικό «Stagecoach» (1939). Η ταινία θριαμβεύει εισπρακτικά και γνωρίζει και την επιδοκιμασία της κριτικής, εξασφαλίζοντας μπόλικες υποψηφιότητες για Όσκαρ.
Στην επόμενη συνεργασία του με τον Φορντ, ο Γουέιν εγκατέλειψε για λίγο τη γνώριμη επικράτεια του καουμπόι για να ενσαρκώσει έναν σουηδό ναυτικό στο «The Long Voyage Home» (1940), ένα κινηματογραφικό έργο-μεταφορά από βιβλίο του Ευγένιου Ο'Νιλ. Η ταινία αποφέρει στον Γουέιν καλλιτεχνική καταξίωση, μέσα από πολλές θερμές κριτικές.
Την ίδια εποχή, ο γνωστός ηθοποιός θα κάνει την πρώτη από τις πολλές συνεργασίες του με τη γερμανίδα ηθοποιό και sex symbol της εποχής Μάρλεν Ντίτριχ. Οι δυο τους εμφανίζονται μαζί στο «Seven Sinners» (1940) και συνδέονται ερωτικά και εκτός οθόνης, παρά το γεγονός ότι ο Γουέιν ήταν παντρεμένος εκείνη την εποχή.
Κυκλοφορούσαν βέβαια από καιρό φήμες για πολυάριθμα εξωσυζυγικά ειδύλλια του ηθοποιού, τίποτα όμως δεν ήταν τόσο σημαντικό όσο η σχέση του με την Ντίτριχ. Ακόμα και μετά μάλιστα τη διάλυση του δεσμού, οι δυο τους παρέμειναν καλοί φίλοι και πρωταγωνίστησαν σε δύο ακόμα ταινίες, το «Pittsburgh» (1942) και το «The Spoilers» (1942)...
Ήρωας δράσης
Στα τέλη της δεκαετίας του '40, ο Γουέιν θα περάσει και πίσω από την κάμερα, αναλαμβάνοντας ρόλο παραγωγού. Στα χρόνια που θα ακολουθούσαν θα έκανε πολλές ταινίες κρατώντας (και) τη θέση του παραγωγού, ιδρύοντας ταυτοχρόνως μια σειρά από εταιρίες παραγωγής (John Wayne Productions, Wayne-Fellows Productions και Batjac Productions, για να αναφέρουμε μερικές μόνο).
Η καριέρα του ως ηθοποιού έμελλε ωστόσο να πάρει άλλη τροπή όταν θα ξεκινούσε να συνεργάζεται με τον άλλο κορυφαίο χολιγουντιανό σκηνοθέτη, τον «πολύ» Χάουαρντ Χοκς. Ήταν στο «Red River» (1948) που δόθηκε για πρώτη φορά στον Γουέιν η δυνατότητα να επιδείξει τα υποκριτικά του χαρίσματα, δίπλα βέβαια στη δουλειά του ως ήρωα δράσης.
Επιστρέφοντας βέβαια στη σκηνοθετική αγκαλιά του Τζον Φορντ, ο Γουέιν απέσπασε διθυραμβικές κριτικές για την ερμηνεία του στο γνωστό «Fort Apache» (1948)! Είχε αποδείξει πέραν αμφιβολίας ότι μπορούσε να παίξει.
Σειρά είχαν κατόπιν τα πολεμικά δράματα, με τον Γουέιν να δίνει την κλασική πλέον ερμηνεία του στο «Sands of Iwo Jima» (1949), ρόλος για τον οποίο θα αποσπάσει την πρώτη του υποψηφιότητα για Όσκαρ Α' Ανδρικού.
Ταυτοχρόνως, πρωταγωνιστεί σε άλλα δύο γουέστερν του Τζον Φορντ, που θεωρούνται σήμερα κλασικά: τα «She Wore a Yellow Ribbon» (1949) και «Rio Grande» (1950).
Πολιτική και κατοπινά χρόνια
Συντηρητικών πεποιθήσεων και βαθύτατα αντικομμουνιστής, ο Γουέιν κατάφερε να συνδυάσει τις προσωπικές του απόψεις και την επαγγελματική του ζωή στο «Big Jim McLain» του 1952: ενσαρκώνει έναν ερευνητή που δουλεύει στην Επιτροπή Αντι-Αμερικανικών Υποθέσεων και βάζει σκοπό να ξετρυπώσει κάθε κρυφοκομμουνιστή από τη δημόσια ζωή.
Εκτός οθόνης, ο Γουέιν έπαιξε σημαντικό ρόλο στην αντίστοιχη μακαρθικής έμπνευσης επιτροπή για τον κινηματογράφο (Motion Picture Alliance for the Preservation of American Ideals), της οποίας υπήρξε μάλιστα και πρόεδρος. Η οργάνωση ήταν μια βαθύτατα συντηρητική και μισαλλόδοξη προσπάθεια για την εξαφάνιση των επαγγελματιών του κινηματογράφου με αριστερές πεποιθήσεις από τη βιομηχανία του θεάματος...
Επιστρέφοντας στο σινεμά, ο Τζον Γουέιν έπαιξε σε άλλο ένα γουέστερν του Τζον Φορντ, το «The Searchers» του 1956, ενώ τρία χρόνια αργότερα θα συνεργαστεί και πάλι με τον Χάουαρντ Χοκς στο κολοσσιαίο «Rio Bravo» (1959).
Ο Γουέιν κάθισε και στη σκηνοθετική καρέκλα κατά τη διάρκεια της πολυετούς καριέρας του: έκανε το σκηνοθετικό του ντεμπούτο στο «The Alamo» (1960), ταινία για την οποία πήρε αμφιλεγόμενες κριτικές τόσο ως ηθοποιός όσο και ως σκηνοθέτης.
Ο ίδιος θα λάμβανε πάντως πιο θερμή υποδοχή για το «The Man Who Shot Liberty Valance» (1962), και πάλι του Τζον Φορντ, ενώ στις αξιομνημόνευτες ταινίες αυτής της περιόδου περιλαμβάνονται αναμφίβολα τα «The Longest Day» (1962) και «How the West Was Won» (1962).
Συνεχίζοντας να δουλεύει σταθερά, ο Γουέιν αρνήθηκε να επιτρέψει στην ασθένεια να τον καταβάλει: το 1964 πάλεψε λυσσαλέα με τον καρκίνο και τον νίκησε, χάνοντας βέβαια έναν πνεύμονα και μερικά πλευρά. Απτόητος και ακούραστος, επιστρέφει στο σινεμά το 1967 με το «El Dorado», που θυμίζει σε όλους γιατί ήταν ο «Δούκας»!
Την επόμενη χρονιά, συνδύασε για άλλη μια φορά τη δουλειά και τις πολιτικές του πεποιθήσεις, αυτή τη φορά στο πολεμικό δράμα για τις συρράξεις στο Βιετνάμ «The Green Berets» (1968), ταινία που σκηνοθέτησε, πρωταγωνίστησε και παρήγαγε. Παρά την καταφανή προπαγανδιστική λειτουργία του, το φιλμ πήγε πολύ καλά εισπρακτικά.
Στην προσωπική του ζωή, ο Γουέιν συνέχισε να συντηρητικοποιείται, συνδέοντας το όνομά του με τις προσπάθειες του Ρόναλντ Ρίγκαν να γίνει γερουσιαστής της Καλιφόρνια το 1966 και να επανεκλεγεί το 1970. Και βέβαια το 1976 ο Γουέιν ηχογράφησε ραδιοφωνικά διαφημιστικά για την πρώτη απόπειρα του Ρίγκαν να χριστεί προεδρικός υποψήφιος των Ρεπουμπλικάνων.
Ο Γουέιν απέσπασε το πρώτο του Όσκαρ Α' Ανδρικού Ρόλου το 1969, για το «True Grit» (1969)...

Θάνατος και κληρονομιά
Ο Τζον Γουέιν ενσάρκωσε έναν ηλικιωμένο πιστολά που πέθαινε από καρκίνο στο τελευταίο του φιλμ, το «The Shootist» (1976). Ο χαρακτήρας του ελπίζει να περάσει τις τελευταίες του μέρες ήσυχα και ειρηνικά, εμπλέκεται ωστόσο σε ένα τελευταίο ξεκαθάρισμα λογαριασμών. Και σαν η ζωή να μιμείται την τέχνη, το 1978 ο κινηματογραφικός πιστολάς Τζον Γουέιν χτυπιέται από καρκίνο του στομάχου.
Ο μεγάλος καουμπόι πέθανε στις 11 Ιουνίου 1979 στο Λος Άντζελες, περικυκλωμένος από τα 7 παιδιά που απέκτησε από τους δύο από τους τρεις γάμους του. Η κοινή ζωή με την πρώτη του σύζυγο, Josephine Saenz (1933-1945), απέδωσε 4 παιδιά...
Και με την τρίτη του σύζυγο, Pilar Palette, απέκτησε άλλα τρία.
Προς τιμήν του σοβαρού φιλανθρωπικού έργου του ηθοποιού για τη μάχη με τον καρκίνο, τα παιδιά του ίδρυσαν το John Wayne Cancer Foundation το 1985, που παρέχει αθρόα χρηματική υποστήριξη σε ερευνητικά κέντρα και προγράμματα που μελετούν τη νόσο, όπως το John Wayne Cancer Institute της Καλιφόρνια...
 πηγη newsbeast.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου