Translate

r

28 Ιουλ 2019

Στη γύρα και στα στέκια της παλιάς Θεσσαλονίκης – Ο γανωτής και μια απάτη με μπακίρια τον καιρό της Κατοχής

 Η Κόκκινη Εκκλησία, Παναγία Χαλκέων
Απόσπασμα από το βιβλίο «Θεσσαλονίκη, όσα θυμάμαι», που περιλαμβάνει αναμνήσεις του συγγραφέα από την παιδική του ηλικία στη Θεσσαλονίκη της δεκαετίας του ’30 μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του ’40.
Τα πρωινά ήταν και η ώρα των γανωματήδων. Μαύροι από τη μουτζούρα, μούτρα και χέρια, είχαν ένα ντορβά από τριγωνικό κομμάτι τσουβάλι περασμένο στον ώμο και μάζευαν
από τα σπίτια τα χαλκώματα, να τα γανώσουν και να τα παραδώσουν ασημένια κι αστραφτερά την επαύριο.
Στα σπίτια μας είχαμε όλοι τσετζερέδες και ταψιά πήλινα και κυρίως χάλκινα. Ολοι ανεξαιρέτως. Το αλουμίνιο βγήκε πολύ αργότερα και φυσικά από τα ανοξείδωτα δεν είχε ιδέα ούτε η Ευρώπη. Ολοι λοιπόν, τρώγαμε από χάλκινα και ο κίνδυνος από την πράσινη οξείδωση ήταν μεγάλος. Γι’ αυτό ευδοκιμούσε η δουλειά του γανωτή. Γανωματίδια είχε η κάθε γειτονιά αλλά κυρίως, η γειτονιά της Κόκκινης Εκκλησιάς, της Παναγιάς των Χαλκέων. Οι μαστόροι τα πρωινά μαζεύανε τα χαλκώματα και παραδίνανε τα χθεσινά, ενώ τα απογεύματα δούλευαν στα εργαστήρια, όπου λαμποκοπούσαν οι φωτιές στα καμίνια τους. Ηταν μαγαζάκια μικρά με ένα μάστορα κι έναν παραγιό, ένα καμίνι με φυσερό, μασιές και μπαμπάκια, με τα οποία αλείφανε το λυωμένο καλάι, να γανωθούν τα μπακίρια.
Στους μαστόρους τους γανωτήδες παραδίναμε τα τσετζερικά μας για γάνωμα με εμπιστοσύνη, χωρίς αποδείξεις και τέτοιες αηδίες. Δεν θυμάμαι να παραπονέθηκε κανένας ότι έχασε το παραμικρό, έστω και ένα ταψάκι. Κλοπές χαλκωμάτων, και μάλιστα σε μεγάλη έκταση, έγιναν βέβαια πολλές, όμως όχι από τους γανωτήδες, αλλά πολύ αργότερα στην Κατοχή, τότε που χαλάσανε τα μυαλά του κόσμου. Φούντωσε η μαύρη αγορά και πέσανε να φάει ο ένας το μάτι του άλλου, από την πείνα και την ανέχεια. Τότε που πουλώντας έναν τσέτζερη μπακιρένιο έπαιρνες μπόλικο λάδι ή στάρι.
Μια μακρινή μου θεία, η Ερατώ Καλφοπούλου παραδείγματος χάρη, που κατοικούσε στην παραλία και είχε σηκώσει ψηλά τον αμανέ, εξαιτίας της οικονομικής προόδου του θείου Πλάτωνα στον τομέα της οικοδόμησης, ξυλείας και με κάτι προμήθειες με τους Γερμανούς την έπαθε από δύο αλήτες, και πολύ το ευχαριστηθήκαμε όλοι οικογενειακώς. Και να πώς έγινε. Χτυπήσανε την πόρτα και μπήκανε βιαστικά.
— Μας στέλνει ο κύριος Πλάτων, μαντάμ, έφερε λέει βούτυρο μπάνερ και είναι λέει πολύ. Δώσε λέει, ό,τι μπακίρια έχετε να τα γεμίσουμε, λέει, και να τα φέρουμε σπίτι, τυχερή είστε, μαντάμ. Αλλά κάντε γρήγορα, γιατί βιάζεται ο κύριος Πλάτων.
Σου λέει η Ερατώ που είχε μυαλό όσο μια κατσαρόλα, για να ξέρουνε τον Πλάτωνα με τ’ όνομα, πάει να πει πως είναι γνωστά τα παιδιά. Δεν πήγε ο νους της ότι το διαβάσανε στο κουδούνι. Και τους τα ’δωσε όλα. Κι από την πλεονεξία της τους εφοδίασε και με το πιο μικρό ταψάκι. Τα πήραν τα παιδιά και φύγανε κατρακυλώντας τις σκάλες μη λυώσει το βούτυρο και μην τους είδατε.
ΛΕΩΝΙΔΑΣ ΖΗΣΙΑΔΗΣ, Θεσσαλονίκη, όσα θυμάμαι, Εκδόσεις Παρατηρητής, Θεσσαλονίκη 1991.
 πηγη tetysolou

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου