Translate

r

8 Ιουν 2019

Η ΜΑΚΡΟΝΗΣΟΣ ΜΕΣΑ ΑΠΟ ΕΡΓΑ ΤΟΥ ΓΙΩΡΓΟΥ ΦΑΡΣΑΚΙΔΗ (Φωτο)

Γεγονότα δολοφονικά, πράξεις μίσους και ένα εμφυλιοπολεμικό κλίμα μάς έκαναν να μην έχουμε τις δυνάμεις να συνθέσουμε και να παρουσιάσουμε την ανάρτηση που είχαμε υποσχεθεί. 
Μιλάμε για έργα του Γιώργου Φαρσακίδη που παρουσιάζουν τα βασανιστήρια που υφίσταντο οι εξόριστοι στη Μακρόνησο.
Πιέσαμε, όμως, τον εαυτό μας να ξεπεράσουμε την οργή και την κατάθλιψη και να
ασχοληθούμε με το θέμα προσφέροντας κι εμείς μια ακόμη πλευρά, μια εικόνα του μίσους εναντίον των προοδευτικών ιδεών και της διαφορετικότητας που έζησαν γενιές πριν από το σήμερα.
Τώρα, που ο φασισμός τολμά να ξανασηκώσει κεφάλι, είναι επιβεβλημένο – περισσότερο από ποτέ – να επιμείνουμε στην προβολή των έργων και των ημερών της μισαλλοδοξίας, του τρόμου, του φασισμού.
Και αρχίζουμε με την «άφιξη» στο «παραθεριστικό κέντρο» της Μακρονήσου.
Όταν οι καινούριοι «παραθεριστές» της Μακρονήσου κατέφθαναν στο ξερονήσι της κόλασης, τους περίμεναν συνθήκες τρόμου, βασανιστηρίων, εξόντωσης.
Τους υποδέχονταν οι χωροφύλακες και τους παρέδιδαν στον στρατό. Διαβάζουμε την ακόλουθη διήγηση (από την ιστοσελίδα Κόκκινο πρωί).
«Στα δεξιά του δρόμου, ως τη θάλασσα, χέρσο, ξερό απλώνεται το ίσιωμα. Μπροστά μας, ξεχωρίζουνε οι επίσημοι κι ένα γύρω σειρές – σειρές αλφαμίτες, ακίνητοι, βλοσυροί. Πλάι σε ρασοφόρο, ο διοικητής Βασιλόπουλος. Ο λόγος του σύντομος, ειρωνικός: Δεν είναι Νταχάου εδώ, όπως σας είπανε… Για όσους θα γίνουνε Έλληνες.
Κοιτάει το ρολόι του: Έχετε πέντε λεπτά να σκεφθείτε.
Μετά κάποιος μιλάει, ο παπάς νομίζω, για τις «ανοιχτές αγκαλιές της πατρίδος», την «εθνικήν κολυμβήθραν», για μας, τα «παραστρατημένα παιδιά», για το «σκληρό τιμωρό χέρι».
Το μεγάφωνο, ξερό, μεταλλικό, ξερνά ανάκατα απειλές κι υποσχέσεις: Όσοι συμφωνούν, να προχωρήσουν τέσσερα βήματα εμπρός. Βγαίνουνε. Δυο, τρεις, τέσσερις. Βαριά γύρω μας η βουβαμάρα.
Ακόμα ένας. Τα λεπτά περνούν, η προθεσμία τελειώνει. Κανείς! Κανείς!
Οι αλφαμίτες να εκτελέσουν το καθήκον που τους ανέθεσε η πατρίδα. Οι άσπρες ζώνες κινήθηκαν σε παράταξη μάχης. Όπλα τους, κασμαδόξυλα, μπαμπού, σιδηρογωνιές. Οι πρώτοι χτυπημένοι, το πρώτο αίμα.
Η μάζα πισωγυρίζει κατά τη θάλασσα. Σιγά στην αρχή, σφιχτοδεμένη. Μετά σπάει, ξεχύνεται αγριεμένο κοπάδι. Ποδοβολητό, ουρλιαχτά, βλαστήμιες μπερδεύουν με θούρια κι οδηγίες. Πασχίζουν να ξεμοναχιάσουν, να διαλυθούνε το μπουλούκι. Σαν το κατορθώσουν, σκορπά ο κόσμος και ξανασμίγει σ’ άλλες ομάδες μικρότερες. Και ξανά και ξανά.
Ασυναίσθητα τότε, κολλάς, γαντζώνεσαι σ’ άλλους, να χωθείς μέσα, να γίνεις ένα μαζί τους. Οι ριπές αγριεύουν πιότερο ακόμα. Καμπόσοι πέφτουν στους βράχους, στη θάλασσα. Εκεί μες στα βράχια τους ψαρεύουν και τους τελειώνουνε. Όλο πιο αριές, πιο λιγοστές οι ομάδες. Τρέχεις, πηδάς, σαν τ’ αγρίμι, πέρα-δώθε. Πάν’ απ’ τα βράχια, τα πεσμένα κορμιά. Για πόσο; Πιάστηκε η ανάσα, τα πόδια κόπηκαν. Κι άξαφνα, συνειδητοποιείς τρομερή την αλήθεια: Έμεινες μόνος! Από τώρα και μπρος νιώθεις την ευθύνη να σε βαραίνει προσωπικά. Θα την αντιμετωπίσεις σαν άτομο, φάτσα με φάτσα.»
Τα χτυπήματα και τα βασανιστήρια συνεχή και σκληρά. «Το κάψιμο με πυρωμένη μασιά», έργο του Φαρσακίδη με μολύβι, μας δίνει μια εικόνα του πόνου και της αγριότητας σ’ αυτόν τον τόπο του μαρτυρίου, που στόχο είχε τον εξευτελισμό της προσωπικότητας, την εξόντωση της πνευματικής και συναισθηματικής ακεραιότητας.
Υπήρχαν και ιδιότυπα, καθαρά «Μακρονησιώτικα» βασανιστήρια. Οι αλφαμίτες του 9ου Λόχου, με Διοικητή τον Δημήτριο Ιωαννίδη, οδηγούσαν τους κρατουμένους προς τη Χαράδρα, μια τοποθεσία στο εσωτερικό της Μακρονήσου. Λίγο πριν φτάσουν εκεί, ξεχώριζαν τους μισούς. Στην αρχή βασάνιζαν την πρώτη ομάδα κρατουμένων, ενώ οι υπόλοιποι περίμεναν τη σειρά τους. Η μέθοδος αυτή λειτουργούσε ως ψυχολογική πίεση για να καμφθεί το ηθικό των ανδρών.
Δείτε την αποτύπωση του βασανιστηρίου στο ακόλουθο έργο του Φαρσακίδη, «Για τη χαράδρα του βασανισμού», έργο με μολύβι.
Από το «Κόκκινο πρωί» και πάλι διαβάζουμε διήγηση που συγκλονίζει, όταν αναλογιστείς τον πόνο που κουβαλάει αυτός που ένιωσε στο κορμί και το μυαλό του αυτή την αγριότητα.
«Το χτύπημα από τα πλάγια, απρόσμενο, δυνατό, και κάτι στο πρόσωπο σαν ανάσα καυτή.
Σκόνταψα, πέφτω… Νιώθω τα δάχτυλά μου γατζωμένα σ’ ένα κορμί ζεστό, ακίνητο.
Τα βήματά τους…. Μ’ αναποδογυρίζουνε βλαστημώντας, μ’ ανασηκώνουν τραβώντας απ’ τα μαλλιά.
Για λίγο τα μάτια μισανοίγουνε μόνα τους, όσο να προλάβεις να δεις τις ιδρωμένες, αγριεμένες τους φάτσες.
Η αρχή του τέλους. Τα χτυπήματα βαριά, στο κορμί, στο κεφάλι. Δεν πονάνε, ζαλίζουν. Ένα, δύο, τρία. Ένα κόκκινο σύννεφο.
Ωστόσο ακούω ακόμα, νιώθω, σκέφτομαι: Καλύτερα έτσι, ναι, στο κεφάλι, να τελειώνουμε.
Μετά ένας πόνος αβάσταγος τρυπάει τον ώμο. Πονάω, πονάω πολύ…
Ζω!. Πόση ώρα να ‘χω πεσμένος; Ο ήλιος κατάφατσα τσουρουφλάει. Στο πρόσωπό μου πηγμένο το αίμα, με δυσκολεύει να δω. Με κόπο μισανοίγω τα μάτια.
Πλάι μου κι άλλοι ακίνητοι, αραδιασμένοι στο μήκος του δρόμου. Λίγο πιο μπρος δυο ποδάρια ξυπόλητα τινάζονται σε σπασμό. Ξεχωρίζω το σκουροκόκκινο με ρίγες μπουφάν. Και βέβαια είναι… το Μανιατάκι της γειτονικής μας σκηνής. Θα πρέπει να ξεψυχά.
Έρχονται.
Δοκιμάζουν μ’ αναμμένο τσιγάρο, στραμπουλάνε τα χέρια, μερικές στα πόδια, στα πλευρά.
Να διαπιστώσουν αν ζω. Μετά κάπου με σέρνουν απ’ τα ποδάρια.
Συνέρχομαι στο καμιόνι. Φίσκα από κορμιά στοιβαγμένα ανάκατα.
Μες στον ιδρώτα, τη σκόνη, το αίμα. Μπρούμυτα κι ανάσκελα, σπαρταράνε ή μένουν ακίνητα ή βογκάν ή σωπαίνουν. Και συ, ένα μαζί τους, στην “Εθνικήν Κολυμβήθραν!”»
Ο Φαρσακίδης αποτύπωσε και το γνωστό βασανιστήριο του φάλαγγα, σ’ ένα σχέδιό του με σινική μελάνη, του 1949.
Ένα ακόμη βασανιστήριο, συνηθισμένο και επί χούντας – αλλά και σε όλες τις συνθήκες που κάποιος επιδιώκει να εξοντώσει τον αντίπαλο – είναι αυτό της ορθοστασίας. Το αποτυπώνει κι αυτό ο Φαρσακίδης σ’ ένα σχέδιό του του 1950, με τίτλο «Το καψόνι της ορθοστασίας».
Οι βασανιστές συνήθιζαν να βγάζουν τις νύχτες έξω τους στρατιώτες ή τους εκτοπισμένους, να τους φορτώνουν με βάρη και να τους υποχρεώνουν σε άσκοπη πεζοπορία.
Ανθρώπινος, πολύ ανθρώπινος ο καλλιτέχνης αποτυπώνει και τη φρίκη στο σώμα και στα μάτια του ανθρώπου που το πνεύμα του δεν άντεξε αυτή την απόπειρα εξόντωσης, την απομόνωση.
Πολλοί δεν άντεξαν τα διαρκή σωματικά και ψυχολογικά βασανιστήρια, τα καψόνια και γενικότερα τις διάφορες μεθόδους “αναμόρφωσης”. Κάποιοι εκδήλωναν παραληρηματικές κρίσεις και σπασμούς ή ξυπνούσαν ουρλιάζοντας τις νύχτες. Όσους παρουσίαζαν βαρύτερα συμπτώματα τους έβαζαν σε συγκεκριμένες σκηνές που τις ονόμαζαν “τρελάδικα”. Ο εικονιζόμενος κρατούμενος, στις νυχτερινές κρίσεις του, έτρεχε έξω από το “τρελάδικο”, φωνάζοντας “μεριάστε να διαβώ“, και ριχνόταν στα σύρματα ή στα μυτερά βράχια. Αν δεν τον προλάβαιναν εγκαίρως, έπεφτε στη θάλασσα. Κάποιοι, εκτός από τις κρίσεις, πέρασαν και μεγάλα διαστήματα πλήρους αλαλίας, όπως οι Αντώνης Μπριλλάκης, Γιάννης Χοτζέας κ.ά. Οι περισσότεροι συνήλθαν, κάποιοι όμως δεν κατάφεραν ποτέ να ξεπεράσουν τα τραύματα του βασανισμού.
Όπως ο Γιώργος Φαρσακίδης, έτσι κι άλλοι εξόριστοι καλλιτέχνες και πνευματικοί άνθρωποι που γνώρισαν τη Μακρόνησο προσπάθησαν να «αντισταθούν» με τις δικές τους δυνάμεις στη φθοροποιό δύναμη της εξορίας και των βασανιστηρίων.
Μια μορφή αντίστασης ήταν η διοργάνωση θεατρικών παραστάσεων, όπως αυτές που διοργάνωνε ο Τάσος Ζωγράφος, άπειρος ακόμη σκηνογράφος, που υπηρέτησε τη θητεία του στη Μακρόνησο. Όπως ο ίδιος εξιστορεί: «Οι φύλακές μας ήθελαν το θέατρο για μόστρα, να λένε πως η Μακρόνησος ήταν στρατόπεδο ελεύθερων στρατιωτών. Εμείς, ξέροντας βέβαια ότι ρίχναμε νερό στο μύλο τους, ρίχναμε και στο δικό μας. Έκαναν εκείνοι τη φιγούρα τους, αλλά κάναμε κι εμείς τη δουλειά μας.[…]
»Στα υπ’ όψιν, ότι μπαίνοντας στο θέατρο, βολευόσουν κάπως, λούφαρες σχετικά. Εγώ είχα υπάρξει βοηθός δύο σκηνογράφων και το μόνο που είχα μάθει επί της ουσίας ήταν να δίνω κάποιες λύσεις. Τα υλικά μου στη Μακρόνησο ήταν λίγα χρώματα, χαρτί και ξυλεία, που μας παραχωρούσαν, διότι όπως προείπα το θέατρο ήταν η μόστρα τους.»
Κι άλλοι αναζήτησαν το δικό τους τρόπο δημιουργίας και ανάτασης στην εξορία. ο Νίκος Κούνδουρος σκηνοθέτησε, ο Τάσος Ζωγράφος έκανε σκηνικά και κοστούμια, ο Ρίτσος έγραψε ποίηση, ο Μίκης δούλεψε την Πρώτη Συμφωνία του, ο Γιώργος Φαρσακίδης ζωγράφισε, ο Μπιθικώτσης έπαιξε μπουζούκι.
Κλείνοντας την αναφορά μας στη Μακρόνησο του Φαρσακίδη, αντιγράφουμε από την «Ελευθεροτυπία» τη συμπεριφορά των κρατούντων στον εξόριστο ποιητή μας, τον Γιάννης Ρίτσο:
«Σεβάστηκαν τον Ρίτσο
Ο ΓΙΑΝΝΗΣ ΡΙΤΣΟΣ είχε συλληφθεί τον Ιούλιο του 1948 και είχε εκτοπιστεί στο Κοντοπούλι της Λήμνου. Στη Μακρόνησο τον μετέφεραν τον Μάιο του 1949.
Δεν βασάνισαν τον ποιητή, σύμφωνα με τη μαρτυρία του ζωγράφου Μάνθου Κέτση, όπως την κατέγραψε η Τατιάνα Γκρίτση – Μιλλιέξ (πρωτοδημοσιεύτηκε στο περιοδικό «Διαβάζω») και τη μετέφερε τόσο η Αγγελική Κώτη στο «Γιάννης Ρίτσος, Σχεδίασμα Βιογραφίας», αλλά και ο Γιώργος και η Ηρώ Σγουράκη στην «Αυτοβιογραφία» του.
Με το που έφτασε ο Ρίτσος στη Μακρόνησο του δόθηκαν 24 ώρες άδεια προκειμένου να αποφασίσει αν θα υπέγραφε τη δήλωση μετανοίας αλλά η πρώτη του νύχτα στο νησί (μόνος σε μια μικρή σκηνή) σημαδεύτηκε από τα ουρλιαχτά των συντρόφων του που τους λιάνιζαν οι άνδρες της Αστυνομίας Μονάδας, ανανήψαντες κι αυτοί, που είχαν αναλάβει να φέρουν στο σωστό δρόμο τους νεοφερμένους.
Τον κάλεσαν πρωί στο διοικητήριο και του ζήτησαν μόνο ένα βιογραφικό σημείωμα, ανανεώνοντας την πρόσκληση για τις 6 το απόγευμα.
Να πώς περιγράφει ο Κέτσης τον ιδιότυπο Γολγοθά: «Το απόγευμα μας μαζέψανε όλους στην προκυμαία. Έπρεπε ν’ ακούσουμε τους λόγους των ανανηψάντων. Έπρεπε να χειροκροτήσουμε και να φωνάξουμε μπράβο. Στο βάθος μαλακιά και χαρούμενη η Αττική. Για μια στιγμή σταμάτησαν οι ανάσες. Όλα τα μάτια καρφωθήκανε μαζί στην ανηφόρα της διοίκησης. Μέσα σε πρωτοφανή σιωπή στον ολοέρημο δρόμο, ανέβαινε ο ποιητής. Μέσα τον περιμένανε. Όλη η διοίκηση. Καθισμένοι γύρω στο μεγάλο τραπέζι και μία θέση μόνο κενή, η θέση του ποιητή που θα υπέγραφε με το αίμα και την τιμή του. Το ένα χέρι στο τηλέφωνο. Μόλις εκείνος θ’ άφηνε την πένα, θ’ ανοίγανε οι τηλεφωνικές γραμμές, θα το έγραφαν αμέσως οι εφημερίδες, θα το ‘λεγαν στα ραδιόφωνα. Ο Ρίτσος υπέγραψε».
Ο ίδιος ο Ρίτσος, το ίδιο βράδυ, περιέγραψε στους συγκρατουμένους του τι ακριβώς είχε συμβεί. Δήλωσε πως δεν θα υπέγραφε, προσθέτοντας πως πριν μπει στο διοικητήριο είχε συνομιλήσει με τη συνείδησή του.
«Έκανες σε κανέναν κακό; τη ρώτησα. Μου είπε: Όχι. Αγαπάς όλο τον κόσμο; Μου απάντησε: Ναι. Αγαπάς πολύ την Ελλάδα; Μου είπε: Απέραντα. Βλέπετε, κύριοι, αυτά τα πράγματα οι άνθρωποι τα ζουν, δεν τα υπογράφουν. Κι έφυγα».
Αργότερα την ίδια νύχτα επιχείρησαν να τον μεταφέρουν στον 7ο λόχο, το λόχο των μαρτυρίων.
Ξανά ο λόγος στον Κέτση: «Αξιωματικοί που ίσα τα χτες τους νομίζαμε ανήμερα θηρία, άνθρωποι που τους λέγαμε πουλημένους, ξεπετάχτηκαν μέσα στη νύχτα και τον ακολούθησαν. Ξαφνικά ένας λοχαγός παρουσιάστηκε μπροστά στους συνοδούς του ποιητή και ούρλιαξε πως ήταν διαταγή από τη διοίκηση να μην τον πειράξουν».
Εννοείται πως ψευδόταν, όμως την ίδια εντολή έδωσαν πολλοί ακόμα βαθμοφόροι, με αποτέλεσμα ο άρρωστος από φυματίωση Ρίτσος να μην πεθάνει από το ξύλο στη Μακρόνησο.
«Δεν τον πείραξαν», ολοκλήρωνε ο Κέτσης. «Το στρατόπεδο των αναξίων, το στρατόπεδο της προδοσίας, το στρατόπεδο του μίσους, το στρατόπεδο της ασκήμιας μέσα σε μια ώρα είχε ομορφύνει, είχε ανέβει ψηλά, πολύ ψηλά, εκεί που φτερούγισε το περιστέρι του ποιητή κι έκανε τα αδύνατα δυνατά για να τον σώσει. Εκείνο το βράδυ, η αγάπη του μας είχε ξεσκεπάσει και είδαμε πως δεν είμαστε προδότες, δεν είμαστε άσκημοι. Μέσα στα στήθια μας χτυπούσε μια καρδιά, η καρδιά της αγάπης».
Κλείνουμε με μια εικόνα της «παραθεριστικής κατασκήνωσης» τη Μακρονήσου.
Παληοτάκης
πηγη lamprakides.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου